Sarri.greekσυζήτηση - help:βοήθεια - PAWS - ref@en.wikt - fonts@en - audio@en - ετυμολογία - μοντέλα - λεξικογραφία -  
εργασίες - lab - tAr - mex.tex -t4.t5 - mS.tS - menu - ΣΥΖ&ΒΚΔΜ

ετυμολογία σημειώσεις 2019.01.18. έως 2019.09.

Οι όροι κατά ΠετρούνιαΕπεξεργασία

Για τους όρους και τις Κατηγορίες που προκύπτουν από τα διάφορα Πρότυπα ετυμολογίας, βασική πηγή των συντακτών του Βικιλεξικού είναι {{Π:ΛΚΝ}} και {{Π:Μπαμπινιώτης 2010}} και το λεξικό του {{Π:Μπαμπινιώτης 2002}}. Από εκεί παίρνουμε όρους όπως περιγράφονται 1) σε εισαγωγές και στα Παραρτήματα του Μπαμπ, και 2) όπως προκύπτουν από τις βραχυγραφίες μέσα στις ετυμολογήσεις των λημμάτων. Προτάσσουμε το ΛΚΝ και την εργασία του Ευάγγελου Πετρούνια (που έκανε τις ετυμολογίες), διότι υπάρχει στο διαδίκτυο και είναι πάντα διαθέσιμο στους αναγνώστες. Κυρίως όμως, διότι μαρκάρει με το στυλ του {{Π:Ανδριώτης 1983}} τον τρόπο εισαγωγής μιας λέξης στην κοινή νεοελληνική: < αρχ. ναι, αλλά πώς? λόγια (εσωτερικός δανεισμός), ή κληρονομιά.
Στην Ενότητα 'Ετυμολογία' υπάρχει πάντα ref για κάθε ετυμολόγηση που υπάρχει (αν είναι διαφορετικές).

Από την Εισαγωγή: Παράγραφος 1-8 και Παράγραφος 15. δ. Ετυμολογικές ενδείξεις

  • χωρίς ένδειξη «Η απουσία άλλης ένδειξης στην ετυμολογία μιας λέξης σημαίνει πως η λέξη δημιουργήθηκε μέσα στη νεότερη λαϊκή γλώσσα με βάση σύγχρονα ή παλιότερα γλωσσικά στοιχεία»
  • κληρονομημένη «Αν μια λέξη είναι κληρονομημένη από περίοδο παλιότερη από τη μεσαιωνική, παραλείπεται η δήλωση των ενδιάμεσων περιόδων· για παράδειγμα, αν υπάρχει η συντομογραφία "αρχ." χωρίς άλλη ένδειξη [...] αυτό σημαίνει πως πρόκειται για λέξη κληρονομημένη από τα αρχαία ελληνικά που δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει στη γλώσσα. Δηλώνεται, πάντως, η τυχόν μορφολογική προσαρμογή αυτών των λέξεων στο νεότερο γλωσσικό σύστημα.»
  • λόγια και νεολογισμός «Αν η λέξη έρχεται από τη λόγια παράδοση, δίνεται η ένδειξη "λόγ." (π.χ. θεατρολογία). Αν μετά την ένδειξη αυτή δεν ακολουθεί άλλη, πρόκειται για λόγιο νεολογισμό (π.χ. αμπελοκαλλιέργεια)· αλλιώς, επισημαίνεται η παραπέρα πηγή»
    • υπάρχει πρότυπο {{νεολ}} και Κατηγορία:Νεολογισμοί Σημειώνουμε τον αιώνα ή περίπου την εμφάνισή του γιατί κάποια στιγμή χάνει το νεολογικό του χαρακήρα.
  • λόγιος διαχρονικός δανεισμός (λόγιο διαχρονικό δάνειο, εννοεί εσωτερικά, από προηγούμενη φάση της γλώσσας). Παράγραφος 3. π.χ. λόγ. < αρχ. «δηλαδή λόγια δάνεια από τα αρχαία ελληνικά, παρόλο που είναι πιθανό οι λόγιοι να τις δανείστηκαν από κείμενα της ελληνιστικής εποχής»
    • Σημειώνεται με: λόγ. < όνομα γλώσσας π.χ. λόγ. > αρχ.
    • Παράδειγμα για το πώς σημειώνεται στο ΛΚΝ υπάρχει στην Παράγραφο 14:
      «λόγια δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (λόγ. < αρχ.)· θεατρώνης είναι λόγιο δάνειο από την ελληνιστική κοινή (λόγ. < ελνστ.)· θεατράκι είναι λέξη λαϊκής, και όχι πια λόγιας»
    • Στην Ενότητα ε για την προφορά αναφέρει: «Η ένδειξη για ορθογραφικό δανεισμό στα προϊόντα του διαχρονικού δανεισμού παραλείπεται ως αυτονόητη. Ο χρήστης πρέπει να θυμάται πως στην περίπτωση του διαχρονικού δανεισμού δεν έχει ακολουθηθεί πάντα η φυσική εξέλιξη της γλώσσας.»
    • γράφει ο Πετρούνιας στη σελ. 242 {{Π:Ελληνική Ετυμολογία ΙΝΣ}} (οι αγκύλες και τα bold δικά μου, για την επιλογή του όρου αναβιώσεις): «Λέξεις ή λεξικά στοιχεία που υπάρχουν στη γλώσσα συνεχώς απο [sic] την ελληνιστική εποχή όπως πατέρας, δύο, αντρόγυνο, θεωρούνται λέξεις κληρονομημένες (inherited words), ενώ όλες οι άλλες θεωρούνται δάνεια. Δέ θεωρούνται δάνεια της νέας ελληνικής όσες λέξεις μπήκαν στη γλώσσα κατα [sic] την ελληνιστική περίοδο. Αντίθετα, θεωρούνται δάνεια αρχαίες λέξεις και λεξικά στοιχεία απο [sic] τα αρχαία ελληνικά ή την ελληνιστική κοινή, όπως Έλλην, φιλοσοφία, αστρονομία, χθόνιος, εκδρομή, που με διάφορους τρόπους ξαναμπήκαν στη γλώσσα, ενώ είχαν πάψει για αιώνες να είναι σε κοινή χρήση. Ένα μέρος αυτών των λέξεων ήταν γωστές κατα το Μεσαίωνα σε μικρό αριθμό μορφωμένων, αυτό όμως δέν [sic] αλλάζει τη βασική τοποθέτηση. Τέτοιες λέξεις μπορούν να ονομαστούν 'αναβιωμένες' και να θεωρηθούν προϊόντα διαχρονικού δανεισμού. (Πετρούνιας 2000 ["Ιδιαιτερότητες της ελληνικής ετυμολογίας", στο Χρ.Τσολάκης (επιμ.) Η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Γλώσσα και μεταρρυθμίσεις. Θεσσαλονίκη: Κώδικας, 57-58]) Αυτό το γεγονός, βασικής σημασίας για τη γλωσσική ιστορία, σχεδόν ποτέ δεν αναγνωρίζεται σε σχετικές μελέτες, είτε απο άγνοια των γλωσσικών δεδομένων είτε για ιδεολογικούς λόγους»
    • πρότυπο {{λδδ}}. Ο Πετρούνιας αντιδιαστέλλει το 'διαχρονικός' (από προηγούμενη φάση) προς το 'εσωτερικός' (από άλλη διάλεκτο).
    • Ο Μπαμπ. αναφέρεται στο θέμα (επανενεργοποιούναι οι λέξεις, αλλά δεν κάνει καμία σημείωση στα λήμματα.
  • εσωτερικό δάνειο από διάλεκτο. Παράγραφος 2: «μερικές περιπτώσεις "εσωτερικού δανεισμού", δηλαδή δανεισμού της κοινής από άλλη διάλεκτο (π.χ. κοπελιά
    • Σημειώνεται στο ΛΚΝ με επεξηγηματική φράση.
    • Δεν έχουμε πρότυπο «Αν πρόκειται για κάποια νεοελληνική διάλεκτο άλλη από την κοινή νεοελληνική, αυτό δηλώνεται (π.χ, στα λήμματα -ίτσα, κοπελιά).»
  • δάνειο. άμεσος εξωτερικός δανεισμός. «Αν μια λέξη ήρθε κατά τη νεότερη περίοδο από άλλη γλώσσα, δίνεται η συντομογραφία που αντιστοιχεί σ' αυτή τη γλώσσα»
    • Σημειώνεται στον ΛΚΝ σαν: < <όνομα ξένης γλώσσας>. Τα εννοεί ως «λαϊκά δάνεια που είναι προϊόντα εξωτερικού δανεισμού»
    • πρότυπο {{δαν}} Κατηγορία:Δάνεια
  • λόγιο δάνειο. «αν πρόκειται για λόγιο δανεισμό, προηγείται η ένδειξη "λόγ." (π.χ. ζενίθ...»
    • ΕΚΚΡΕΜΕΙ και το learned borrowing λόγιο δάνειο {{λδαν}}
  • μεταφραστικά δάνεια (Παράγραφος 3) «με περισσότερο ή λιγότερο πιστή αντιστοίχιση των επί μέρους λεξικών στοιχείων»
  • απόδοση (Παράγραφος 3) «χωρίς ακριβή μετάφραση των λεξικών στοιχείων τους»
  • σημασιολογικά δάνεια (Παράγραφος 3) «αλλαγή εν μέρει ή και τελείως της σημασίας μιας προϋπάρχουσας λέξης από ξένη επίδραση»

Σημειώνεται στον ΛΚΝ με σημδ.

Ενότητα στ. Ενδείξεις για την εξέλιξη της προφοράς

  • ορθογραφικό δάνειο (Ενότητα στ). «από την ένδειξη "ορθογρ. δαν." (π.χ. ζέβρα, ιαγουάρος): προφανώς αν η σχετική λέξη είχε μπει με τον κανονικό τρόπο του προφορικού δανεισμού, θα είχε διαφορετική προφορά. Η ένδειξη για ορθογραφικό δανεισμό στα προϊόντα του διαχρονικού δανεισμού παραλείπεται ως αυτονόητη»
  • αντιδάνεια. π.χ. αλτήρας. (Παράγραφος 6) «λέξεις που από παλιότερη περίοδο της ελληνικής πέρασαν σε άλλες γλώσσες και επιστρέψανε αργότερα, συνήθως με αλλαγμένη μορφή και σημασία [...] Τα περισσότερα αντιδάνεια έχουν λαϊκή προέλευση και ο αριθμός τους είναι μικρός. Σπάνια χαρακτηρίζονται αντιδάνεια λόγιες λέξεις (π.χ, αμμωνία, εγκυκλοπαίδεια)»
  • ελληνογενείες διεθνείς όροι δεν δίνει όνομα στην Κατηγορία. (Παράγραφος 6) Σημειώνεται στο ΛΚΝ με δεν σημειώνεται, προκύπτει από τα ονόματα των γλωσσών ή το διεθ. αν πρόκειται για διεθνισμό. «λέξεις δημιουργημένες για φιλοσοφικές, επιστημονικές, τεχνολογικές κ.ά. ανάγκες στις νεότερες γλώσσες ή στα νεολατινικά (νλατ.) με βάση αρχαία ελληνικά γλωσσικά στοιχεία ή με συνδυασμό ελληνικών και λατινικών, στη δεύτερη περίπτωση ως "υβριδικοί σχηματισμοί". Οι λέξεις αυτές πέρασαν στη συνέχεια στα νέα ελληνικά»
    • είναι οι «ελληνογενείς ξένοι όροι» του λεξικού Μπαμπινιώτη
    • από παλιά, υπήρχε στο βικιλεξικό πρότυπο {{λενδ}} (λόγιο ενδογενές δάνειο) όρος από πηγή?
  • Eπεξηγεί στην παράγραφο 7. «Συχνά δεν είναι εύκολο να εντοπιστεί σε ποια νεότερη ευρωπαϊκή γλώσσα πρωτοπαρουσιάστηκαν οι διάφοροι επιστημονικοί όροι που αποτελούν γενικά μέρος του διεθνούς επιστημονικού λεξιλογίου (διεθ.).»
    • στο βικιλεξικό χρησιμοποιείται ο όρος 'διαγλωσσικός όρος' που έχει και Κατηγορία:Διαγλωσσικοί όροι
    • εδώ ανήκουν τα λεγόμενα κλασικά σύνθετα, classic compounds
  • προσαρμοσμένα και απροσάρμοστα δάνεια. (Παράγραφοι 9-12: β. Προσαρμογή των δανείων)
    • δεν υπάρχουν Κατηγορίες.


Άλλες σημειώσεις:

Παράγραφος 5 για την καθαρεύουσα

  • «Οι λόγιες λέξεις, προπαντός αυτές που ήρθαν από την καθαρεύουσα, συχνά παραβαίνουν τους φωνολογικούς και μορφολογικούς κανόνες»
  • καθαρεύουσα. Δεν σημειώνεται ποτέ στο ΛΚΝ.
  • εδώ χρησιμοποιούμε {{κλη|kath|el}}


Ενότητα ε. Έκταση της ετυμολογικής ιστορίας

  • δίνει μεγάλη έμφαση στα προσφύματα: «περίπτωση των παραθημάτων, δηλαδή των επιθημάτων (που παραδοσιακά ονομάζονταν και παραγωγικές καταλήξεις) και των προθημάτων.»


Ενότητα ζ. Ορθογραφικές ενδείξεις

  • εδώ εξηγεί ποιο είναι κεντρικό λήμμα στο ΛΚΝ, και μας λέει τι συνέβη και με το αβγό
  • «Εφόσον στη γραφή της νέας ελληνικής ακολουθείται περίπου ιστορική ορθογραφία για λέξεις που ξεκινούν από τα αρχαία ελληνικά, οι ετυμολογικές πληροφορίες μπορούν να χρησιμεύσουν ως ορθογραφικό κριτήριο. Έτσι, μπορεί να γίνουν φανερές τόσο περιπτώσεις ορθογραφικής απλούστευσης (π.χ. παλικάρι), όσο και περιπτώσεις όπου η κρατούσα ορθογραφία δεν στηρίζεται ιστορικά (π.χ. αυγό, τσιγγάνος). Θα ήταν όμως υποβάθμιση του ετυμολογικού έργου να θεωρηθεί πως πρωταρχικός σκοπός της ετυμολογίας είναι ο ορθογραφικός κανονισμός»

άλλες συντομογραφίεςΕπεξεργασία

Μερικές επιπλέον βραχυγραφίες από το ΛΚΝ#συντομογραφίες σχετικές με την Ενότητα της ετυμολογίας.

  • αναδανεισμός (μπάλα. αγγ: fire, pyre)
    • Σημειώνεται στο ΛΚΝ με αναδαν.
    • ΕΚΚΡΕΜΕΙ πρότυπο {{αναδαν}}
  • αναδρομικός σχηματισμός (ο Μπαμπ: υποχωρητικός σχηματισμός)
  • ανάπτυξη (ανάπτ.)
  • ανασυλλαβισμός (αβγατίζω, αγγίζω)
    • Σημειώνεται στο ΛΚΝ με ανασυλλ.
    • Δεν έχουμε πρότυπο ή Κατηγορία. Μπορεί να γίνει αναζήτηση με insource:ανασυλλαβισμός
  • απλολογία (αθλίατρος < αθλητίατρος)
    • Σημειώνεται στο ΛΚΝ με απλολ.
    • Δεν έχουμε πρότυπο ή Κατηγορία. Μπορεί να γίνει αναζήτηση με insource:απλολογία
  • απλοποίηση, ορθογραφική απλοποίηση (αβάς)
    • Σημειώνεται στο ΛΚΝ με απλοπ. και ορθογρ. απλοπ.
    • ΔΕΝ έχουμε πρότυπο ή Κατηγορία. Μπορεί να γίνει αναζήτηση με insource:απλοποίηση
  • δανεισμός
    • Σημειώνεται στο ΛΚΝ με δαν. Όμως μέσα στις ετυμολογίες, χρησιμοποιείται απλώς το σύμβολο < ακολουθούμενο από το όνομα της δανείστριας γλώσσας
    • πρότυπο {{δαν}} και Κατηγορία:Δάνεια
  • διεθνισμός (αγγειοκινητικός)
  • ηχομιμητικά (αναμπουμπούλα)
  • ηχηροποίηση (αγκάθι)
    • Σημειώνεται στο ΛΚΝ με ηχηροπ.
    • ΔΕΝ έχουμε πρότυπο ή Κατηγορία. Μπορεί να γίνει αναζήτηση με insource:ηχηροποίηση
  • λόγιο
    • Σημειώνεται στο ΛΚΝ με λόγ. ως δείκτης χαρακτηρισμού ενός δανείου, μιας ετυμολογικής σχέσης
  • μετακίνση τόνου
  • παιδικό (βαβά)
    • Σημειώνεται στο ΛΚΝ με παιδ.
    • ΕΚΚΡΕΜΕΙ: ενεργοποίηση υπάρχοντος προτύπου {{παιδ}}: στην παιδική γλώσσα.
  • παρετυμολογία (αγιόκλημα)
    • Σημειώνεται στο ΛΚΝ με παρετυμ.
    • Δεν έχουμε πρότυπο ή Κατηγορία. Θα μπορούσε να γίνει.
  • προέλευση
    • Σημειώνεται στο ΛΚΝ με προέλ. Μέσα όμως στις ετυμολογίες, χρησιμοποιείται απλώς το σύμβολο <
  • αντίστοιχο του γενικού προτύπου {{ετυμ}} και της Κατηγορία:Προέλευση λέξεων
  • συμπροφορά (αβαράρω αβγατίζω) =συνεκφορά, συνεκφώνηση
    • Σημειώνεται στο ΛΚΝ με συμπροφ.
    • ΔΕΝ έχουμε πρότυπο ή Κατηγορία. Μπορεί να γίνει αναζήτηση με insource:συμπροφορά
  • χασμωδία (ἀκανθέα-αγκαθιά)
    • Σημειώνεται στο ΛΚΝ με χασμ.
    • ΔΕΝ έχουμε πρότυπο ή Κατηγορία. Μπορεί να γίνει αναζήτηση με insource:χασμωδία

Πρότυπα και ModuleΕπεξεργασία

2018-19: Ξεικνά η διαδικασία απόσυρσης παλαιών προτύπων τύπου [ετυμ xx] βλ. Συζήτηση κατηγορίας:Πρότυπα ετυμολογίας

Module:ετυμολογία, Πρότυπο:ετυμ και όλα τα πρότυπα που έχουν δότρια ΚΑΙ αποδέκτρια γλώσσα.

Τα πρότυπα που έχουν παράμετρο ΜΟΝΟ ΜΙΑ γλώσσα, δημιουργούνται από κανονικά wikitext Templates (Πρότυπα), όχι από modules.

Υπάρχουν και τα απλά πρότυπα για στενογραφική διευκόλυνση: γράφουν απλώς ένα λινκ, χωρίς καμιά Κατηγορία:

Πρότυπα που εντάσσουν σε Κατηγορία, χωρίς να προσδιορίζουν γλώσσα

άγνωστα αβέβαιαΕπεξεργασία

Α. παραγωγή - σύνθεσηΕπεξεργασία

(μορφολογία) Κατηγορία:Μορφολογία λέξεων ή Κατηγορία:Μορφολογία

Α1. παράγωγαΕπεξεργασία

Α1. παράγωγο (morphological) derivation βλέπε #μορφολογία

αναδρομικόςΕπεξεργασία

αναδημιουργίαΕπεξεργασία

επανανάλυσηΕπεξεργασία

  • σε πολλά λήμματα, για συμπροφορά Αναζήτηση: insource:/συμπροφορά/
  • ΕΚΚΡΕΜΕΙ

Α2. σύνθεταΕπεξεργασία

Α2. σύνθετο - compound (en) - Γραμμ.Χατζησαββ

Α3. ηχομιμητικάΕπεξεργασία

Α3. ηχομιμητικός {{ηχομ}} & ηχομιμητικό κληρονομημένο - βρεκεκέξ

Α4. εκφραστικάΕπεξεργασία

Α5. παιδική γλώσσαΕπεξεργασία

ή νηπιακή γλώσσα. {{παιδιά}} με παράμετρο γλώσσας.

τεχνικός όροςΕπεξεργασία

Β. ΠροέλευσηΕπεξεργασία

πρότυπο {{ετυμ}} - Κατηγορία:Προέλευση λέξεων
Γενικός χαρακτηρισμός-ομπρέλα κάθε ετυμολογικής σχέσης δύο γλωσσών ή δύο φάσεων γλώσσας από τον πρώτο κρίκο μέχρι τον τελευταίο: από τον νεότερο έως τον αρχαιότερο.

  • α) προστίθεται αυτομάτως για τις κληρονομημένες και τις δανεισμένες λέξεις με πρότυπα {{κλη}} και {{δαν}} και κάθε υποκατηγορία τους
  • β) για τους κρίκους 2ο και μετά: π.χ.
    • η λέξη ΩΩΩ < κληρονομήθηκε από την ΨΨΨΨ που < προέλευση:ΧΧΧ < προέλευση ΦΦΦ < προέλευση Ινδοευρωπαική.
    • η λέξη ΩΩΩ < είναι δάνειο από την ΨΨΨΨ που < προέλευση:ΧΧΧ < προέλευση ΦΦΦ < προέλευση Ινδοευρωπαική.
  • γ) για τον πρώτο κρίκο, αν δεν είμαστε σίγουροι για το τι κατηγορίας είναι

Β1. ΚληρονομημέναΕπεξεργασία

  Έγινε Πρότυπο:κλη - Κατηγορία:Κληρονομημένες λέξεις
κληρονομημένο απευθείας: ο 1ος απόγονος. ΟΧΙ οι επόμενοι κρίκοι στην ετυμολογία

  • η λέξη ΩΩΩ < κληρονομήθηκε από την ΨΨΨΨ που < προέλευση:ΧΧΧ < προέλευση ΦΦΦ < προέλευση Ινδοευρωπαική.
  • Εντάσσει ταυτοχρόνως στην Κατηγορία:Προέλευση λέξεων
στο en.witktionary

Β2. Λόγια διαχρονικά δάνειαΕπεξεργασία

Πρότυπο {{λδδ}} = Λόγια διαχρονικά δάνεια από προηγούμενη φάση της γλώσσας. Ο Πετρούνιας πάντα τα σημειώνει π.χ. λόγ. > αρχ. ή λόγ. > ελνστ. Παράδειγμα: όλες οι αρχαίες λέξεις που αναβίωσαν, είτε από την καθαρεύουσα, είτε για απόδοση κλασικών συνθέτων)

Γ. ΔανεισμοίΕπεξεργασία

ΔάνειαΕπεξεργασία

  Έγινε Πρότυπο:δαν - Κατηγορία:Δάνεια
Δάνειο (και οι διάφοροι τύποι του) γίνεται μόνο από μία γλώσσα σε μία άλλη. 1ος κρίκος. ΟΧΙ οι επόμενοι κρίκοι στην ετυμολογία. Αν δανείστηκε η 4η λέξη από την 5η, το δάνειό της θα εκφραστεί στο δικό της λήμμα.
Για τους επόμενους κρίκους χρησιμοποιούμε 'προέλευση':

  • η λέξη ΩΩΩ < είναι δάνειο από την ΨΨΨΨ που < προέλευση:ΧΧΧ < προέλευση ΦΦΦ < προέλευση Ινδοευρωπαική.
  • Κατηγοριοποιούνται ταυτοχρόνως και στην Κατηγορία:Προέλευση λέξεων

προσαρμοσμέναΕπεξεργασία

Στο κλιτικό σύστημα της νελλ, με παράγωγα κλπ

  • δεν φτιάχνουμε Κατηγορία
  • στον {{Π:Μπαμπινιώτης 2002}} αναφέρονται ως Μεταφορές (δίνει το παράδειγμα: μασίστας)

απροσάρμοσταΕπεξεργασία

βλ. και'μεταγραφές', 'code switching'. Πώς είναι διαφορετικά? Ποια είναι τα όρια αυτών των τριών??

μεταφραστικά δάνειαΕπεξεργασία

πρότυπο {{μτφδ}} - Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια

αποδόσειςΕπεξεργασία

Απόδοση όρων (ΕΚΚΡΕΜΕΙ) πρότυπο {{απόδ}}: χωρίς να είναι ακριβής λέξη-προς-λέξη η μετάφραση.

μεταφορέςΕπεξεργασία

  • στον {{Π:Μπαμπινιώτης 2002}} είναι τα προσαρμοσένα δάνεια (δίνει το παράδειγμα: μασίστας).
  • Εδώ, τα σημειώνουμε ως {{δαν}} και μπαίνουν στην Κατ. δάνεια.

σημασιολογικά δάνειαΕπεξεργασία

πρότυπο {{σμσδ}} - Κατηγορία:Σημασιολογικά δάνεια

αντιδάνειαΕπεξεργασία

  Έγινε Πρότυπο:αντιδάνειο - Κατηγορία:Αντιδάνεια

  • αντιδάνειο - ή twice-borrowed = λαϊκό αντιδάνειο, στο στόμα του λαού, και όχι λόγιο (βλ. λενδ και λόγια δάνεια)
  • θέλει μία παράμετρο: αδύνατον να εντοπιστούν πάντα με ακρίβεια οι δότριες/η δότρια γλώσσα. Οι λεπτομέρειες ακολουθούν ως επεξήγηση του Προτύπου 'αντιδάνειο'
  • Μωυσιάδης@linguarium

αναδανεισμόςΕπεξεργασία

ετικέτα {ετ|αναδανεισμός|<κωδικός γλώσσας> π.χ. fire, pyre για τα αγλλικά από αρχ.ελληνικά: η λέξη μπήκε στα αγγλικά δύο φορές, σε δύο διαφορετικές χρονικές στιγμές, από άλλη οδό.

  • en:Appendix:Glossary#doublet: One of two (or more) words in a language that have the same etymological root, but have come to the modern language through different routes. Doublets can come about e.g. as loanwords from two different but related languages, as loanwords acquired from the same language at two different stages, as one loanword from a related language plus its native cognate, or as derivatives formed at two different stages in the history of a language.
  • en:doublet One of two or more different words in a language derived from the same etymological root but having different phonological forms (e.g., toucher and toquer in French or shade and shadow in English).
  • en:Category:Doublets by language
  • Παραρτήματα ανά αποδέκτρια γλώσσα στο en:Category:Lists of doublets. Υπάρχουν και triplets, quadruplets, quintuplets & False doublets. Γίνεται διάκριση δανεισμένων ή κληρονομημένων. Π.χ. στο en:Appendix:French doublets

Σκέψη σχεδιασμού προτύπου {αναδανεισμός|δότρια|αποδέκτρια|λέξη1|λέξη2|3|4|5}? Πώς λέμε τις λέξεις αυτές? Ντουμπλέτες?

  • ή {αναδανεισμός|κωδικός δέκτριας} {...όπως το Πρότυπο:βλ εδώ|λέξη1|2|3 κλπ|γλ=}
  • ΕΚΚΡΕΜΕΙ ντουμπλέτα του, ?????? ετυμολογικό ζευγάρι με το ??????

λενδΕπεξεργασία

Πρότυπο:λενδ = λόγιο ενδογενές δάνειο Το πρότυπο προϋπήρχε στο Βικιλεξικό για αρκετά χρόνια. Είναι όρος που πάρθηκε από ΠΗΓΗ? Υπονοεί εμπλοκή ξένης γλώσσας χωρίς όμως να είναι διαφανές κάτι τέτοιο από τις τρεις λέξεις του όρου. Λόγιος (ΝΑΙ). Ενδογενής (ΝΑΙ: μέσα από την ίδια τη γλώσσα). Δανεισμός: (ΝΑΙ: από προηγούμενη φάση της γλώσσας, αλλά: ΔΕΝ ΠΡΟΚΥΠΤΕΙ: για εξυπηρέτηση μετάφρασης ξένου όρου)

  • Εδώ στο Βικιλεξικό περιλαμβάνει και τους ελληνογενείς ξένους όρους του Μπαμπινιώτη.
  • ορισμός από Μωυσιάδη: «Λέξεις σχηματισμένες σε ξένες γλώσσες (συνήθως ως επιστημονικοί όροι) με συστατικά της αποδέκτριας γλώσσας, αλλά όχι πάντοτε σύμφωνα με τους νόμους παραγωγής και συνθέσεως της τελευταίας. Η κατηγορία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελληνική, στην οποία αφθονούν οι ελληνογενείς ξένοι όροι (π.χ. πλήθος συνθέτων σε ‑λογία, ‑αλγία, ‑μανία, ‑μετρία κτλ. συχνά η απόδοση δεν είναι απολύτως βέβαιη, λ.χ. τα σύνθετα σε ‑κύτταρο συνήθως αποδίδουν τα αντίστοιχα γαλλικά ‑cyte φαγοκύτταρο < γαλλ. phago‑cyte όπου όμως υπόκειται το αρχ. κύτος, ενώ η σύνδεση των λέξεων κύτταρο και κύτος έχει αποκλειστεί από τους ετυμολόγους).» Μωυσιάδης, Θεόδωρος. Ετυμολογία: εισαγωγή στη μεσαιωνική και νεοελληνική ετυμολογία. Αθήνα: Εκδ. Ελληνικά γράμματα, 2005. σελ.190.

ελληνογενήΕπεξεργασία

ΕΚΚΡΕΜΕΙ Πιθανόν {{εδο}} ενδογενής διαγλωσσικός όρος

λόγια δάνειαΕπεξεργασία

{{λδαν}}

  • learnedly borrowed words

εσωτερικά δάνειαΕπεξεργασία

Λόγια διαχρονικά δάνεια {{λδδ}}

  • είναι λόγια δάνεια, όπως της καθαρεύουσας από τ' αρχαία????? όχι
  • κατά τον Πετρούνια, εσωτερικά δάνεια (σε συγχρονία) από διάλεκτο, που επικρατούν και στην κοινή π.χ. κοπελιά

ακουστικά δάνειαΕπεξεργασία

Ο 'κανονικός' εξωτερικός δανεισμός (εννοείται: λαϊκά δάνεια. Τα λόγια σημειώνονται με {{λδαν}})

ορθογραφικά δάνειαΕπεξεργασία

μεταγραφέςΕπεξεργασία

Τίτλος {{μεταγραφές}} - Κατηγορία:Μεταγραφές

  • πρότυπο ετυμολογίας {{φων}} (φωνητική μεταγραφή)
  • π.χ. 'μέιλ' απροσάρμοστο δάνειο ή απλώς code switching?

code switchingΕπεξεργασία

  • Είναι διαφορετικό από το 'μεταγραφές'?
  • check απροσάρμοστα δάνεια. en:Category:Unadapted borrowings by language που όμως δεν χρησιμοποιείται πολύ.

μορφολογίαΕπεξεργασία

προσφύματαΕπεξεργασία

  • < ωωωω + κατάληξη -ωωω

Κατηγορίες π.χ.

μετακίνηση τόνουΕπεξεργασία

αντέκτασηΕπεξεργασία

ΕΚΚΡΕΜΕΙ

συντομεύσειςΕπεξεργασία

αποβολήΕπεξεργασία

αποβολή γΕπεξεργασία

αποβολή ημιφώνουΕπεξεργασία


περικοπήΕπεξεργασία

συμφυρμόςΕπεξεργασία

συγχώνευσηΕπεξεργασία

αναπτύξειςΕπεξεργασία

Αναπτύξεις φθόγγων (Κατηγορία: ΕΚΚΡΕΜΕΙ)

αναδιπλασιασμόςΕπεξεργασία

ανάπτυξη προτακτικού αΕπεξεργασία

Υπάρχει στην ετυμολογία (είτε για το νεοελληνικό, είτε για παλιότερη φάση) των:

ανάπτυξη προτακτικού sΕπεξεργασία

Υπάρχει στην ετυμολογία (είτε για το νεοελληνικό, είτε για παλιότερη φάση) των:

ανάπτυξη του γΕπεξεργασία

Υπάρχει στην ετυμολογία (είτε για το νεοελληνικό, είτε για παλιότερη φάση) των:

Μεσαιωνικά

επένθεσηΕπεξεργασία

ΕΚΚΡΕΜΕΙ

σχήματαΕπεξεργασία

κατά το σχήμαΕπεξεργασία

(@ΛΚΝ: κατά το σχ.) σχ. @ΛΚΝ

ά-άςΕπεξεργασία

-ά (απροσάρμοστο, άκλιτο) - άς (λαϊκότροπο, προσαρμοσμένο στην κλίση)

έ-έςΕπεξεργασία

-έ (απροσάρμοστο, άκλιτο) - ές (λαϊκότροπο, προσαρμοσμένο στην κλίση)
κολιέ - κολιές με θέμα πληθυντικύ +εδ-ες, και υποκοριστικά (κολιεδάκι) (στην Κατηγορία:Λαϊκοί όροι (νέα ελληνικά))
Εϊναι ή γαλλικά, ή τούρκικα (κυρίως), μερικά ιταλικά (όχι αγγλικά όπως στρες, στράπλες

ό-όςΕπεξεργασία

-o (απροσάρμοστο, άκλιτο) - ός (λαϊκότροπο, προσαρμοσμένο στην κλίση)

ευτοςΕπεξεργασία

θ > φΕπεξεργασία

κμ > γμΕπεξεργασία

τροπή [km] < [ɣm]

γμαΕπεξεργασία

@ΛΚΝ

o > aΕπεξεργασία

@ΛΚΝ

  1. αγκομαχώ ὀγκ(ῶ) `τεντώνω΄ -ο- + -μαχώ (< μάχομαι) κατά το ψυχομαχώ, τροπή [o > a] ...
  2. αργάζω [αρχ. ὀργάζω με τροπή [o > a] από συμπροφ. με τα ρηματ. μόρια να, θα και ανασυλλ. [na-or > nar > n-ar] ]
  3. αρχίδι ελνστ. ὀρχίδιον (υποκορ. του αρχ. ὄρχις ὁ) με τροπή [o > a] από συμπροφ. με το αόρ. άρθρο και ανασυλλ. [ena-orxi > enarxi > en-arxi] ]
  4. στεναχώρια [o > a] κατά το στενόχωρος > στενάχωρος

o > iΕπεξεργασία

@ΛΚΝ

  1. αλισάχνη αρχ. ἁλοσάχνη ... ( [o > i] ;)]
  2. απολογιέμαι . ἀπολογοῦμαι· τροπή [o > i] από τον αόρ. απηλογήθηκα, με “εσωτερική αύξηση” αναλ. προς ρ. που έπαιρναν [i] : αρχ. ἠθέλησα
  3. γαρίφαλο μσν. γαρόφαλο, γαρίφαλο ( [o > i] ίσως από επίδρ. της συγγ. λ. καρυόφυλλο)
  4. κατήφορος ελνστ. κατώφορος (αρχ. καταφερής) με τροπή [o > i] κατά το μσν. αόρ. ήφερα του φέρνω (αντί έφερα: επέκτ. της “αύξησης” η- (σύγκρ. ανήφορος)]

o > uΕπεξεργασία

[o > u] @{{Π:ΛΚΝ}}

  • τροπή η [tropí] Ο29 : 1. (με αφηρ. ουσ.) αλλαγή του τρόπου με τον οποίο εξελίσσεται κτ.: Kανείς δεν ξέρει ποια ~ θα πάρουν τα γεγονότα. H υπόθεση / η συζήτηση πήρε καλή / άσχημη ~. 2. μετατροπή ενός αριθμού ή ενός φθόγγου σε άλλο ισοδύναμο: ~ ακεραίου σε κλάσμα. H ~ του άτονου [o] σε [u] στα βόρεια νεοελληνικά ιδιώματα. 3. (αστρον.) καθένα από τα σημεία της εκλειπτικής στα οποία ο ήλιος φαίνεται να αλλάζει φορά από το ένα ημισφαίριο στο άλλο· ηλιοστάσιο
  • κώφωση η [kófosi] Ο33 : I. (ιατρ.) η έλλειψη της ακοής. II. (γλωσσ.) η αποβολή των άτονων φθόγγων [i] και [u] καθώς και η τροπή των άτονων [e] και [o] σε [i] και [u] αντίστοιχα, π.χ. “του πιδί, του κτι, του χουράφ΄, ου λύκους”: H ~ είναι χαρακτηριστικό των βόρειων ιδιωμάτων της νέας ελληνικής. [λόγ. < αρχ. κώφω(σις) -ση (στη σημ. I
  • υπερωικός -ή -ό [iperoikós] Ε1 : (γλωσσ.) 1. για φωνήεν που σχηματίζεται με το πίσω μέρος της γλώσσας υψωμένο προς την υπερώα: Yπερωικά φωνήεντα είναι το [o] και το [u]. 2. για σύμφωνο που σχηματίζεται με το πίσω μέρος της γλώσσας και το μαλακό ουρανίσκο: Tο “κ” είναι υπερωικό, όταν ακολουθεί σύμφωνο, [a] ή υπερωικό φωνήεν

Επιπλέον:

  1. τσέτουλα @Μπαμπ2010 πιθ. αντιδάν., < βεν. cetola / zetola (ιταλ. cedola) < υστλατ. schedula, υποκορ. τού λατ. scheda / scida «φύλλο παπύρου ή χαρτιού» < ελνστ. σχίδα «σχίζα, πελεκούδι» < αρχ. σχίζω (βλ.λ.). Ορισμένοι εικάζουν ότι το λατ. scida πρ...

[o > u] από τουρκικά:

  • @ΛΚΝ βλ. κουβάς, μπουγάζι, μπουγάς, μπουγάτσα, μπουζούκι, μπουλούκος, μπουντρούμι, μπουρί, μπορού, ντουγάνι, ντουγρού, ντουλάπι, (οχού, ουχού), ρουμάνι, τζουτζούκι, τουρβάς, τσουράπι, χουβαρνταλίκι, χουβαρντάς

[o > u] από ιταλικά ή βενετικά:

  • @ΛΚΝ:

κτ > χτΕπεξεργασία

τροπή [kt] < [xt]

  • όλοι οι παθητικοί αοριστικοί στη δημοτική όπως

χτος & στοςΕπεξεργασία

βλ αγγίζω#Κλίση με διπλά χτος -στος (διπλό αοριστικό θέμα σε -κ και σε -σ)

λφ > ρφΕπεξεργασία

ανομ. (ανομοιωτική) τροπή [lf > rf] κατά το αδελφός > αδερφός

ΑστερίσκοςΕπεξεργασία

ΑπόγονοιΕπεξεργασία

ΥλικόΕπεξεργασία

Παρατήρηση για την ονοματοδοσία των Κατηγοριών.

  • Στις Κατηγορίες, η έκφραση Κατηγορία:.....ές λέξεις ... χρησιμοποιείται μόνο στην Κατηγορία:Προέλευση λέξεων. Όλες οι άλλες εκφέρονται ως Κατηγορία:Τάδε είδος π.χ. Δάνεια (όνομα γλώσσας ουδέτερο πληθυνικός). π.χ. [[:Κατηγορία:Δάνεια (νέα ελληνικά)
  • εξαιρέσεις: ελληνιστική κοινή, πρωτοϊνδοευρωπαϊκή, πρωτο....
  • οι όροι στο Module:Languages

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

Κατηγορία:Πρότυπα βιβλιογραφίας

Ετυμολογία ελληνικών, γενικά

Βιβλιογραφία για την ετυμολογία νέων ελληνικών:

Για την ετυμολογία αρχαίων ελληνικών

  • {{R:grc:Beekes}} Beekes, R. Etymological Dictionary of Greek. In two volumes. With the assistance of Beek, L. van. (Leiden Indo‑European Etymological Dictionary Series, Volume 10.) Pp. xlviii + 1808. Leiden and Boston: Brill, 2010. ISBN: 978-90-04-17418-4 (set).
    a lot of pregreek! Υπάρχει pdf
  • {{R:Hofmann}}
  • {{Π:Μπαμπινιώτης 2010}}

Για τα μεσαιωνικά ελληνικά

  • Οι σύντομες σημειώσεις του Κριαρά plus γενικά νελλ λεξικά. Δυστυχώς το online {{Π:Κριαράς Μεσ}} είναι σε μονοτονικό, 14 τόμοι. Σταματά στο λήμμα 'παραθήκη'. Το πρωτότυπο πολυτονικό για τους τόμους 1 έως 4 υπάρχει σκαναρισμένο στο {{Π:Κριαράς Μεσ2}} Από κει και πέρα, μονοτονικό, φτάνει στον τόμο 19.

Γενικό reference:

  • Fromkin Victoria, Rodman Robert, Hyams Nina. Εισαγωγή στη μελέτη της γλώσσας. Ξυδόπουλος Γιώργος Ι. (επιμ.) Μεταφραστές από τα αγγλικά: Τσαγγαλίδης Αναστάσιος, Παπαδοπούλου Φανή, Ξυδόπουλος Γιώργος Ι., Βάζου Έλλη. Αθήνα: Πατάκης, 2018, 13η έκδοση (1η έκδ:2008). (Προσαρμογή με ελληνικά παραδείγματα). Πρωτότυπο: An introduction to language. Βοστώνη: Thomson/Wadsworth, 2003.
    Χρήσιμο το αγγλο-ελληνικό γλωσσάρι του. Τα παραδείγματα είναι προσαρμοσμένα για την ελληνική.
  • Κρύσταλ, Ντέιβιντ (Crystal, David). Λεξικό γλωσσολογίας και φωνητικής. Μετάφραση: Γιώργος Ξυδόπουλος. Αθήνα: Πατάκης, 2008 (1η έκδοση:2003). Βασισμένο στην 4η έκδοση (επαυξημένη) του A dictionary of linguistics and phonetics. Blackwell Publishers, 1997. (1η έκδοση: Andre Deutsch, 1980)

Για τους συντάκτεςΕπεξεργασία

  • Δεν 'φανταζόμαστε' ετυμολογίες, ούτε αυτοσχεδιάζουμε. ΜΟΝΟΝ μεταφέρουμε ό,τι βλέπουμε σε συγκεκριμένη πηγή, που την αναφέρουμε με ref.
  • Αναφέρουμε (με το όνομα του ετυμολόγου) κάθε διαφορετική ετυμολόγηση, κάθε θεωρία.
  • Προτάσσουμε ό,τι είναι διαθέσιμο στο διαδίκτυο, για να βλέπουν οι αναγνώστες την πηγή.
  • Κατηγορία:Πρότυπα βιβλιογραφίας
  • Επιδιώκουμε πάντα να υπάρχει ref, όχι μόνον στην ετυμολογία, ιδιαιτέρως για πιο σπάνιες λέξεις: πού τις βρήκαμε.
  • Για τα αρχαία και τα λατινικά (και όλες τις νεκρές γλ), πάντα στις Πηγές υπάρχει το {{Π:ΛΟΓΕΙΟΝ}} και για τα αρχ.ελλ το {{Π:Λίντελ}} (το μικρό, ελληνικά ΑΝ έχει τη λέξη -ελέγχουμε, γιατί έχει όλες τις λέξεις του μεγάλου LSJ-)
  • Για τα μεσαιωνικά, βλ. {{Π:Κριαράς Μεσ}} και κυρίως: {{Π:Κριαράς Μεσ2}}, {{R:LBG}}

Βικιλεξικό:Κριτήρια συμπερίληψης#Νεολογισμοί και πρωτολογισμοί

Πρόταση για παρατήματα (Κατηγορία:Παραρτήματα)

  • πιθανές λέξεις ή δυνάμει λέξεις (γραμματικές, και επιπλέον με διαφανή σημασία. Ονομάζονται: ????) π.χ. σύνθετα με τα ψευδο-, ψευτο-, κρυφο-, σιγο-, και τα παρόμοια, που δεν υπάρχουν σε λεξικά, αλλά μπορούν να ειπωθούν ως περιστασιακές συνθέσεις (άλλος όρος περιστασιακή παραγωγή). Στο ερώτημα αν η μακροδομή του Βικιλεξικού θα συμπεριλάβει τέτοιες λέξεις, είμαι υπέρ της διατήρησης, βάσει των επιχειρημάτων της Αναστασιάδη εδώ «Η λεξική μεταβολή που εμφανίζεται με τη μορφή της νεολογίας διατηρεί ιδιαίτερες σχέσεις με τη λεξικογραφία, αφού κατά κανόνα οι λεξικογράφοι περιμένουν πρώτα να κωδικοποιηθεί ένας νεολογισμός, δηλ. να αποβάλει εν μέρει τη νεολογική του ιδιότητα, για να αποκτήσει δικαίωμα εισόδου στο λεξικό. Στο ΑΛΝΕ, ωστόσο, δεν τηρήθηκε η παράδοση αυτή, από τη στιγμή που αποφασίστηκε να καταγραφεί η νέα ελληνική σε ένα λεξικό μεγάλου μεγέθους»
  • Κοινά λάθη = βλ. Συζήτηση ΒΚΔΜ2019 = μπαίνουν στην Κατηγορία:Ανορθογραφίες (νέα ελληνικά)
  • Χρήστης:Sarri.greek/Λέξεις που δεν υπάρχουν
  • update Παραρτήματα Γραμματικής.
  • Παράρτημα:Γλωσσάρι γλωσσολογίας με όρους ελληνικά και σε μερικές γλώσσες.
  • Πολύγλωσσα Παράρτηματα και Βικιλεξικό:Οδηγός προφοράς με διάταξη: host language - the 6 United Nations languages - other examples. Αν έχουμε τις έξι γλώσσες του ΟΗΕ σε γλωσσάρια, αυτό θα είναι πολύ χρήσιμο

Εκκρεμείς ετυμολογίεςΕπεξεργασία

ΑπορίεςΕπεξεργασία

πώς λέγονταιΕπεξεργασία

Ποιοι είναι οι όροι για

δεν βρέθηκεΕπεξεργασία

Δεν βρέθηκε σε λεξικό, ή βρέθηκε μόνο σε μεμονωμένο λεξικό χωρίς καμιά αναφορά

  • Μεσαιωνικό μενεστρέλος. Μοναδική πηγή ο {{Π:Πάπυρος}}, χωρίς καμιά αναφορά.
  • η Λευκονόη, (λατίνοι συγγραφείς, ελληνική μυθολογία ντεμέκ, δήμος της Αθήνας επίσης άγνωστη τέτοια λέξη)
  • meteris ως τουρκική (σύγχρονη) λέξη. Βρέθηκε μόνο οθωμανική 2021. βλ μετερίζι
  • πίωμα στην ετυμολογία του ΛΚΝ «πιόμα». Μήπως ξεχάσανε τον αστερίσκο. βλ. λήμμα πιόμα
  • πιῶμα γραφ μεσαιωνικού, στην ετυμολογία του λήμματος πιώμα {{Π:Μπαμπινιώτης 2010}}. Βρίσκουμε στον Κριαρά πιόμα χωρίς σχόλιο για άλλη γραφή. βλ. λήμμα πιόμα

διάφοραΕπεξεργασία

ετυμολογίες λέξεωνΕπεξεργασία

απαλειπτικόςΕπεξεργασία

απαλειπτικός - αλείφω Πώς βγαίνει από θέμα με χαρακτήρ φ το «*πτικός*» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 

Ο Δημητράκος το αναφέρει ως μσν. Βλ. DGE, Bailly 2020 https://logeion.uchicago.edu/ἀπαλειπτικός
Δες και ληπτικός λαμβάνω λήψη

βαγιωνιάΕπεξεργασία

Μεσαιωνικό. Ο Κριαράς: βάγ(ι)ο + -ωνιά. Τι --ωνιά είναι αυτό? θημωνία > θημωνιά έχουμε....

βουκαμβίλιαΕπεξεργασία

  • 'διόρθωση' του μπουκαμβίλια? Αν ήταν και ορθδ, τότε θα είχαμε αναδανεισμό?
  • σημείωσα ότι δεν έχει συνίζηση. Σωστό ή λάθος?

ε μεσαιωνικόΕπεξεργασία

-ι-Επεξεργασία

-ίας -τίαςΕπεξεργασία

-ιζα τοπωνύμιαΕπεξεργασία

Εκτός από τις -ιζα λέξεις ιταλικής ή άλλης ευρωπαικής προέλευσης (π.χ. κορνίζα, μαρκίζα)
έχουμε τοπωνύμια σε -ιζα ίσως αρβανίτικης ή αλβανικής προέλευσης

Κατηγορία:Τοπωνύμια με επίθημα -ιζα (νέα ελληνικά)

κατάσκιοςΕπεξεργασία

  • χρειάζεται παράθεμα δημοτικής για επιβεβαίωση προφοράς με συνίζηση. Οπότε κλη? 2021.06.23.

doubletΕπεξεργασία

  • doublet, triplet etc στον {{αναδανεισμός}}. μετάφραση?
    • ντουμπλέτες, τριπλέτες, τετραπλέτες.
    • ετυμολογικό ζεύγος/ζευγάρι του ... και του ... και του?

αναθεώρηση ετυμολογιώνΕπεξεργασία

ανθρώποιΕπεξεργασία

Οι λαϊκοί πληθυντικοί όπως άνθρωπος-ανθρώποι, δάσκαλος-δασκάλοι, μάστορας-μαστόροι, ... πώς προέκυψαν?

  • Υποθέτουμε ότι δεν εμπλέκεται η ποσότητα των αρχαίων διφθόγγων (μακρές) και το ότι αυτές λαμβάνονταν ως βραχείες συλλαβές στο τέλος κλιτών λέξεων
  • αλλά μάλλον, επίδραση της γενικής του ανθρώπου, των ανθρώπων, +αιτ.πληθ τους ανθρώπους και σχηματισμός της ονομαστικής πληθυντικού αναλογικά?

αοριστικό + -μαΕπεξεργασία

καθαρεύουσα προς κοινήΕπεξεργασία

Πώς μαρκάρεται η σχέση καθαρεύουσα προς κοινή νεοελληνική? λόγιο διαχρονικό δάνειο ή κάτι άλλο (λόγιο εσωτερικό συγχρονικό δάνειο?)

λόγιος υπάρχει πλέον?Επεξεργασία

Στην ετυμολογία, λόγιο, λόγιο δάνειο

  • μέχρι και τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο: ορισμός π.χ.λόγιο δάνειο
  • από τον 21ο αιώνα και μετά, με 1) υποχρεωτική 12χρονη παιδεία και 2) υποχρεωτική δεύτερη γλώσσα: τι σημείναι πλέον λόγιο?
    λόγιο > = εξειδικευμένο λεξιλόγιο/ ορολογία (κάποιας επιστήμης ή τέχνης).
    υπάρχει ακόμη η έννοια 'λέξη των γραμματιζούμενων, των μορφωμένων? αφού όλοι πλέον έχουν περίπου την ίδια εκπαίδευση?

λόγιο διαχρονικό δάνειο σε άλλες γλώσσεςΕπεξεργασία

σε γλώσσα, από παλιότερη φάση της

Σε ποιες άλλες γλώσσες υπάρχει το {{λδδ}}? που έχουν αρχαίο υπόβαθρο?

  • στα κινεζικά?
  • στα ιταλικά? Για ποιο λόγο δεν είναι λδδ και χρησιμοποιούμε {{ετυμ}}?
  • στα γαλλικά?

τουρκικά ή οθωμανικά τουρκικά?Επεξεργασία

Κατηγορία:Δάνεια από τα τουρκικά (νέα ελληνικά) / Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Δάνεια από τα οθωμανικά τουρκικά (νέα ελληνικά)/ Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα οθωμανικά τουρκικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Δάνεια από τα οθωμανικά τουρκικά (μεσαιωνικά ελληνικά) / Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα οθωμανικά τουρκικά (μεσαιωνικά ελληνικά)

Τα περισσότερα λεξικά, ή στις περισσότερες ετυμολογίες βρίσκουμε < από τουρκικά tr. ή trk?. (Το ΛΚΝ δεν αναφέρει ποτέ ota)

  • Tα ota φτάνουν μέχρι το 1929. Μπορεί να είναι < αραβικά ή < περσικά και λιγότερο < τουρκικές γλώσσες trk, ή Common turcik.
  • άρα? οι περισσότερες τουρκογενείς προελεύσεις και δάνεια θα πρέπει να είναι
    • ή < ota
    • ή < κάποιο undercurrent τουρκικής 'δημώδους'? που υπήρχε κατά την περίοδο των ota? Κάθε λέξη πρέπει να εξετάζεται χωριστά? Αν λόγια, τότε ota, αν λαϊκή, τότε ? ‑‑Sarri.greek  | 18:26, 19 Ιουλίου 2020 (UTC)