Δείτε επίσης: γεγονός, γεγωνώς, γεγονώς

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / γεγωνός τὸ γεγωνόν
      γενική τοῦ/τῆς γεγωνοῦ τοῦ γεγωνοῦ
      δοτική τῷ/τῇ γεγων τῷ γεγων
    αιτιατική τὸν/τὴν γεγωνόν τὸ γεγωνόν
     κλητική ! γεγωνέ γεγωνόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ γεγωνοί τὰ γεγωνᾰ́
      γενική τῶν γεγωνῶν τῶν γεγωνῶν
      δοτική τοῖς/ταῖς γεγωνοῖς τοῖς γεγωνοῖς
    αιτιατική τοὺς/τὰς γεγωνούς τὰ γεγωνᾰ́
     κλητική ! γεγωνοί γεγωνᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ γεγωνώ τὼ γεγωνώ
      γεν-δοτ τοῖν γεγωνοῖν τοῖν γεγωνοῖν
2η κλίση, Κατηγορία όπως «βοηθός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γεγωνός < μετοχή γεγωνώς κατά το σχήμα ἀραρώς > ἀραρός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γεγωνός, -ός, -όν, συγκριτικός: γεγωνότερος

  ΠηγέςΕπεξεργασία