Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ονομαστική οι ονομαστικές
      γενική της ονομαστικής των ονομαστικών
    αιτιατική την ονομαστική τις ονομαστικές
     κλητική ονομαστική ονομαστικές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ονομαστική < ελληνιστική κοινή ὀνομαστική

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ονομαστική θηλυκό

  1. (γραμματική) η πτώση στην οποία τίθεται το υποκείμενο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

ονομαστική

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία