Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική ονομαστικός ονομαστική ονομαστικό
γενική ονομαστικού ονομαστικής ονομαστικού
αιτιατική ονομαστικό ονομαστική ονομαστικό
κλητική ονομαστικέ ονομαστική ονομαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ονομαστικοί ονομαστικές ονομαστικά
γενική ονομαστικών ονομαστικών ονομαστικών
αιτιατική ονομαστικούς ονομαστικές ονομαστικά
κλητική ονομαστικοί ονομαστικές ονομαστικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ονομαστικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ονομαστικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με το όνομα
    η ονομαστική τιμή των εμπορευμάτων μπορεί να έχει αυξηθεί, αλλά η πραγματική του αξία να έχει αποπληθωριστεί διαχρονικά με έτος βάσης του 2005
  2. αυτός που περιλαμβάνει ονόματα
    ο ΠτΔ εκλέγεται από τη Βουλή με ονομαστική ψηφοφορία
  3. αυτός που αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο
    ο μάρτυρας υπέδειξε τον υπαίτιο του εγκλήματος ονομαστικά


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία