Δείτε επίσης: τίς

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈtis/
ομόηχο: της

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

τις (αόριστη ή ερωτηματική αρχαία αντωνυμία)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

από τους αρχαίους κλιτικούς τύπους:

  Κλιτικός τύπος αντωνυμίαςΕπεξεργασία

τις

  • αδύνατος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας αυτές γ΄ προσώπου, θηλυκού γένους, αιτιατικής πληθυντικού

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος άρθρουΕπεξεργασία

τις θηλυκό, μόνο στον πληθυντικό

  • θηλυκό οριστικό άρθρο στην αιτιατική πληθυντικού.
    βγαίνει τις μικρές ώρες
    να αποφεύγεις τις κακοτοπιές!

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

κλίσεις των άρθρωνΕπεξεργασία

αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ενικού ο η το
γενική ενικού
+ σε
του
στου
της
στης
του
στου
αιτιατική ενικού
+ σε
τον
στον
τη(ν)
στη(ν)
το
στο
ονομαστική πληθυντικού οι οι τα
γενική πληθυντικού
+ σε
των
στων
των
στων
των
στων
αιτιατική πληθυντικού
+ σε
τους
στους
τις
στις
τα
στα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία