Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος αντωνυμίαςΕπεξεργασία

τις

  1. αδύνατος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας αυτές γ΄ προσώπου, θηλυκού γένους, αιτιατικής πληθυντικού

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος άρθρουΕπεξεργασία

τις θηλυκό μόνο στον πληθυντικό

  • θηλυκό οριστικό άρθρο στην αιτιατική πληθυντικού.
Βγαίνει τις μικρές ώρες.
Να αποφεύγεις τις κακοτοπιές!

κλίσεις των άρθρωνΕπεξεργασία

αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ενικού ο η το
γενική ενικού του της του
αιτιατική ενικού τον τη(ν) το
ονομαστική πληθυντικού οι οι τα
γενική πληθυντικού των των των
αιτιατική πληθυντικού τους τις τα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία