Arrows blue.png Δείτε επίσης : Κατηγορία: Γαλλική γλώσσα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γαλλικά <

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γαλλικά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. (γλώσσα) η γαλλική γλώσσα, η γλώσσα που μιλούν οι Γάλλοι
  2. (μεταφορικά), (οικείο) οι βρισιές, οι χυδαίες εκφράσεις
    φταίω εγώ τώρα να τον αρχίσω στα γαλλικά;

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

γαλλικά

  1. στη γαλλική γλώσσα
    Μη μου μιλάς γαλλικά, δεν καταλαβαίνω τίποτα!
  2. έτσι όπως κάνουν οι Γάλλοι
    το έστριψε αλά γαλλικά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή επιθέτουΕπεξεργασία

γαλλικά