Άνοιγμα κυρίως μενού

Βικιλεξικό β

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αιτιατική αιτιατικές
γενική αιτιατικής αιτιατικών
αιτιατική αιτιατική αιτιατικές
κλητική αιτιατική αιτιατικές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αιτιατική < θηλυκό του επίθέτου αιτιατικός ως ουσ.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αιτιατική θηλυκό

  1. (γραμματική) μια από τις πτώσεις των ονομάτων, εκείνη στην οποία τίθεται συνηθέστερα ένα όνομα όταν αποτελεί το άμεσο αντικείμενο· χρησιμοποιείται επίσης ως επιρρηματικός προσδιορισμός και μετά από συγκεκριμένες προθέσεις

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία