Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πτῶσις πτώσει πτώσεις
Γενική πτώσεως πτωσέοιν πτώσεων
Δοτική πτώσει πτωσέοιν πτώσεσι(ν)
Αιτιατική πτῶσιν πτώσει πτώσεις
Κλητική πτῶσι πτώσει πτώσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πτῶσις < πίπτω (παρακείμενος: πέπτωκα)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτῶσις θηλυκό

  1. πτώση
  2. πέσιμο

ΣύνθεταΕπεξεργασία