Δείτε επίσης: ω,

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΜόριοΕπεξεργασία

  • το κλητικό μόριο ω
διδάσκαλε!

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

  • α΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής ενεστώτα του ρήματος εἰμί