Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πίπτω < αρχαία ελληνική πίπτω

  ΡήμαΕπεξεργασία

πίπτω

  1. (καθαρεύουσα) πέφτω



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πίπτω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *peth₂- (πετώ)

  ΡήμαΕπεξεργασία

πίπτω (θεωρείται και παθητικό του βάλλω)

  1. πέφτω κάτω, καταβάλλομαι, ρίπτομαι
  2. πέφτω πάνω σε κάποιον, επιτίθεμαι
  3. πέφτω νεκρός στη μάχη, φονεύομαι
  4. εντάσσομαι σε μια κατηγορία, εμπίπτω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία


ΚλίσηΕπεξεργασία