Ετυμολογία

επεξεργασία
πίπτω, ήδη ομηρικό < πι- (με αναδιπλασιασμό ενεστωτικό) + πτ- < ρίζα πετ- (όπως πέτομαι) <πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *peth₂- (πετάω) + κατάληξη [1]

πίπτω (θεωρείται και παθητικό του βάλλω)

  1. πέφτω κάτω, καταβάλλομαι, ρίπτομαι
    ※  8ος πκε αιώνας   Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 5 (ε. Ἀπόπλους Ὀδυσσέως παρὰ Καλυψοῦς.), στίχ. 315
    τῆλε δ' ἀπὸ σχεδίης αὐτὸς πέσε, πηδάλιον δὲ
    ἐκ χειρῶν προέηκε·
    μακριά απ' τη σχεδία αυτός έπεσε και το πηδάλιο του 'φυγε απ' τα χέρια
  2. πέφτω πάνω σε κάποιον, επιτίθεμαι
  3. πέφτω νεκρός στη μάχη, φονεύομαι
  4. εντάσσομαι σε μια κατηγορία, εμπίπτω

Συγγενικά

επεξεργασία

θέμα πτ-, πτω-

άλλα θέματα → δείτε  πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *peth₂-

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. πέφτω - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.