Δείτε επίσης: καταπέφτω

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καταπίπτω < αρχαία ελληνική καταπίπτω < κατά + πίπτω

  ΡήμαΕπεξεργασία

καταπίπτω

  1. (λόγιο) (κυριολεκτικά) πέφτω κάτω
    ※ Εχει υπολογιστεί πως κάθε 10.000 χρόνια ένας αστεροειδής διαμέτρου τουλάχιστον 100 μ. χτυπά τη Γη με ισχύ βόμβας 100 μεγατόνων, ενώ κάθε 100.000 χρόνια ουράνιο αντικείμενο διαμέτρου 1.000 μ. καταπίπτει προκαλώντας έκρηξη που αντιστοιχεί σε 10 εκατ. βόμβες Χιροσίμας. (εφ. Ελευθεροτυπία, 13/8/2009)
  2. (λόγιο) γκρεμίζομαι
  3. (μεταφορικά) καταρρέω, καταρρίπτομαι, αναιρούμαι, χάνομαι
    ※ Από τις πρώτες σκηνές καταλύεται κάθε πιθανότητα αθωότητας των ηρώων και αποχαύνωσης του θεατή. Ο από θέση προστατευμένος θεατής δέχεται γερό σκούντημα στην αστική συνθήκη του, τέτοιο που τον ωθεί ν' αναλογιστεί πού ξεκινά και πού τελειώνει η ηθική και πού αρχίζει ατελεύτητα η υποκρισία. Ή, ακόμη χειρότερα, πού καταπίπτει το ιερό σύμβολο του αστισμού, ο γάμος, με συγγνωστές σιωπηρές συμφωνίες μεταξύ συμβαλλομένων συζύγων. (εφ. Ελευθεροτυπία, 23/8/2014)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία