Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το παθητικό τα παθητικά
      γενική του παθητικού των παθητικών
    αιτιατική το παθητικό τα παθητικά
     κλητική παθητικό παθητικά
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παθητικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου παθητικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παθητικό ουδέτερο

  1. (οικονομία) το σύνολο των υποχρεώσεων μιας επιχείρησης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

παθητικό