Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κλητική οι κλητικές
      γενική της κλητικής των κλητικών
    αιτιατική την κλητική τις κλητικές
     κλητική κλητική κλητικές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλητική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου κλητικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κλητική θηλυκό

  • (γραμματική) μια από τις πτώσεις των ονομάτων, η οποία χρησιμοποιείται για να απευθύνουμε τον λόγο σε κάποιον


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

κλητική

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία