Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γενική γενικές
γενική γενικής γενικών
αιτιατική γενική γενικές
κλητική γενική γενικές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γενική < θηλυκό του γενικός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʝe.niˈci/
Ομώνυμα: γενικοί

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γενική θηλυκό

  • (γραμματική) μια από τις πτώσεις των ονομάτων· χρησιμοποιείται ως αντικείμενο διαφόρων ρημάτων ή ως ετερόπτωτος ονοματικός προσδιορισμός με χαρακτηριστική περίπτωση τη δήλωση του κτήτορα· χρησιμοποιίται επίσης για τη δηλωση επιρρηματικών προσδιορισμών και μετά από συγκεκριμένες προθέσεις

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή επιθέτουΕπεξεργασία

γενική

  1. συγκεντρωτική, αόριστη, ασαφής
  2. αναφερόμενη σε υπηρεσία έχει την έννοια της προϊσταμένης ή περιφερειακής αρχής

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία