Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προσδιορισμός προσδιορισμοί
γενική προσδιορισμού προσδιορισμών
αιτιατική προσδιορισμό προσδιορισμούς
κλητική προσδιορισμέ προσδιορισμοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσδιορισμός < ελληνιστική κοινή προσδιορισμός < αρχαία ελληνική προσδιορίζω (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική déterminatif)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɾɔz.ði.ɔ.ɾi.ˈzmɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προσδιορισμός αρσενικό

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσδιορίζω
    συνώνυμα: υπολογισμός, καθορισμός
  2. (γραμματική) όρος που προσδιορίζει ή συμπληρώνει άλλη όρο μιας πρότασης
    επιθετικός προσδιορισμός, ομοιόπτωτος προσδιορισμός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία