Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πρόταση οι προτάσεις
      γενική της πρότασης
& προτάσεως
των προτάσεων
    αιτιατική την πρόταση τις προτάσεις
     κλητική πρόταση προτάσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρόταση < αρχαία ελληνική πρότασις < πρό + τάσσω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική proposition)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πρόταση θηλυκό

  1. (γραμματική) μια νοηματικά ολοκληρωμένη σειρά απο λέξεις με κεντρικό χαρακτηριστικό ένα ρήμα. Οι προτάσεις δημιουγούν τις περιόδους και ημιπεριόδους
  2. κάτι που προτείνω σε κάποιον, μια συμβουλή, υπόδειξη, αίτημα ή προσφορά
    της έκανε πρόταση γάμου
    μου έκαναν μία συμφέρουσα πρόταση για αγορά ομολόγων
    απέρριψε την πρόταση να αναλάβει προπονητής της ομάδας
    οι προτάσεις του διευθυντή της Τράπεζας εξετάζονται από το υπουρείο Οικονομικών
  3. (γυμναστική) το τέντωμα προς τα μπρος
  4. (λογική) βλ. συνώνυμο λογική πρόταση

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία