Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρήμα ρήματα
γενική ρήματος ρημάτων
αιτιατική ρήμα ρήματα
κλητική ρήμα ρήματα

  Ετυμολογία

ρήμα < αρχαία ελληνική ῥῆμα

  Προφορά

ΔΦΑ : /ˈɾi.ma/

  Ουσιαστικό

ρήμα ουδέτερο

  1. (γραμματική) λέξη που φανερώνει πως ένα υποκείμενο ενεργεί ή παθαίνει ή βρίσκεται σε μια κατάσταση
    παραδείγματα ρημάτων:
    ακούω
    γράφω
    είμαι
    έχω
    κρατιέμαι
    νυστάζω
    φλέγομαι
  2. (εκκλησιαστικός όρος) λόγος, με την έννοια "λέξεις" ή "φράσεις"

  Συγγενικές λέξεις

  Σύνθετα

Ομώνυμα / Ομόηχα

  Δείτε επίσης

  Μεταφράσεις