Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ρηματικός ρηματική ρηματικό
γενική ρηματικού ρηματικής ρηματικού
αιτιατική ρηματικό ρηματική ρηματικό
κλητική ρηματικέ ρηματική ρηματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ρηματικοί ρηματικές ρηματικά
γενική ρηματικών ρηματικών ρηματικών
αιτιατική ρηματικούς ρηματικές ρηματικά
κλητική ρηματικοί ρηματικές ρηματικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρηματικός < αρχαία ελληνική ῥηματικός < ῥῆμα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ρηματικός

  1. που ανήκει, αναφέρεται στο ρήμα
  2. που προέρχεται από το ρήμα
  3.   Έκφραση: ρηματική διακοίνωση: ανυπόγραφο, ανεπίσημο διπλωματικό έγγραφο ή σημείωμα, διατυπωμένο σε τρίτο πρόσωπο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία