Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ενικός οι ενικοί
      γενική του ενικού των ενικών
    αιτιατική τον ενικό τους ενικούς
     κλητική ενικέ ενικοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ενικός < ένας

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛ.ni.ˈkɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός αρσενικό

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία