Ετυμολογία

επεξεργασία
singulier < λατινική singularis

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /sɛ̃.ɡy.lje/
 

  Επίθετο

επεξεργασία
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό singulier singuliers
θηλυκό singulière singulières

singulier (fr) αρσενικό

  1. μοναδικός
  2. (γραμματική) ενικός
  1. ιδιόρρυθμος
  2. πρωτότυπος, παράξενος, εκπληκτικός, παράδοξος

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
singulier singuliers

singulier (fr) αρσενικό

  1. (γραμματική) ο ενικός αριθμός
  2. le singulier et le pluriel

Συγγενικά

επεξεργασία