Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική παράξενος παράξενη παράξενο
γενική παράξενου παράξενης παράξενου
αιτιατική παράξενο παράξενη παράξενο
κλητική παράξενε παράξενη παράξενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παράξενοι παράξενες παράξενα
γενική παράξενων παράξενων παράξενων
αιτιατική παράξενους παράξενες παράξενα
κλητική παράξενοι παράξενες παράξενα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παράξενος < ελληνιστική κοινή παράξενος < παρα- + ξένος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pa.ˈɾa.ksɛ.nɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

παράξενος, -η, -ο

  1. που δεν μοιάζει με ό,τι μας είναι γνωστό και οικείο
      συνώνυμα: ασυνήθιστος, ιδιόμορφος
  2. (για ανθρώπους) ιδιότροπος

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία