↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παράξενος η παράξενη το παράξενο
      γενική του παράξενου της παράξενης του παράξενου
    αιτιατική τον παράξενο την παράξενη το παράξενο
     κλητική παράξενε παράξενη παράξενο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παράξενοι οι παράξενες τα παράξενα
      γενική των παράξενων των παράξενων των παράξενων
    αιτιατική τους παράξενους τις παράξενες τα παράξενα
     κλητική παράξενοι παράξενες παράξενα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
παράξενος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή παράξενος[1] < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σημασία: μη γνήσιος πολίτης.[2] Μορφολογικά αναλύεται σε παρά- + ξένος

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /paˈɾa.kse.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πα‐ρά‐ξε‐ος

  Επίθετο

επεξεργασία

παράξενος, -η, -ο

  1. που δεν μοιάζει με ό,τι μας είναι γνωστό και οικείο
     συνώνυμα: ασυνήθιστος, ιδιόμορφος
  2. (για ανθρώπους) ιδιότροπος

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. παράξενος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 



→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία

επεξεργασία
παράξενος < παρά- +ξένος

  Επίθετο

επεξεργασία

παράξενος, -ος, -ον

  1. μη γνήσιος πολίτης
  2. (ελληνιστική κοινή) παράξενος, αλλόκοτος

Συγγενικά

επεξεργασία