Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασυνήθιστος < α- στερητικό + συνηθίζω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ασυνήθιστος

  1. που δεν έχει συνηθίσει κάτι
    είναι ασυνήθιστος στις πεζοπορίες, γι' αυτό κουράστηκε τόσο πολύ
  2. που δεν συμβαίνει συχνά, όχι συνήθης
    αυτές οι θερμοκρασίες είναι ασυνήθιστες για την εποχή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία