Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

α- < αρχαία ελληνική ἀ-

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

α- ή αν- (πρό φωνήεντος)

  1. α- στερητικό πρόθημα, που δηλώνει έλλειψη, απουσία, στέρηση.
    άβουλος, απέραντος, αναξιόπιστος, ανεδαφικός
  2. α- αθροιστικό πρόθημα, που δηλώνει κατά το όμοιο, ή μαζί με άλλο
    αδελφός, ακόλουθος, αθρόος, άπας
  3. α- επιτακτικό πρόθημα, που δηλώνει επίταση της κυρίας έννοιας
    ασκελής, αχανής, ατενής
  4. α- ευφωνικό πρόθημα, που δεν επηρεάζει τη σημασία της λέξης
    αλισίβα, αλυγαριά, απάρθενος, απήγανος κ.ά.
  5. α- προτακτικό (λαϊκότροπο) που προτάσσεται σε λέξεις πριν από σύμφωνο
    αβασκάνω

  Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία