Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική άβουλος άβουλη άβουλο
γενική άβουλου άβουλης άβουλου
αιτιατική άβουλο άβουλη άβουλο
κλητική άβουλε άβουλη άβουλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άβουλοι άβουλες άβουλα
γενική άβουλων άβουλων άβουλων
αιτιατική άβουλους άβουλες άβουλα
κλητική άβουλοι άβουλες άβουλα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άβουλος < μεσαιωνική ελληνική άβουλος < ά- (στερητικό) + βουλή (βούληση)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈa.vu.lɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈa.vu.li/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈa.vu.lɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άβουλος , -η , -ο

  1. που δεν έχει δική του βούληση, αλλά συνεχώς ακολουθεί τους άλλους κάνοντας ό,τι του υπαγορεύουν
    ήταν ένα άβουλο όργανο του αφεντικού του
  2. ο μη σκεπτόμενος ορθά, ο απερίσκεπτος
  3. άκαρδος, άσπλαχνος

ΠαροιμίεςΕπεξεργασία

  • άβουλος ο νους, διπλός ο κόπος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία