Arrows blue.png Δείτε επίσης : αρσενικός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρσενικό < αρχαία ελληνική ἀρσενικόν < συριακή ܠܐ ܙܐܦܢܝܐ (αλ-ζαρνίχα) < αρχαία περσική زرنيخ (ζαρνίακα) (κίτρινος, χρυσός)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αρσενικό ουδέτερο

πτώση ενικός
ονομαστική αρσενικό
γενική αρσενικού
αιτιατική αρσενικό
κλητική αρσενικό
  1. (χημεία) χημικό στοιχείο, που ανήκει στα μεταλλοειδή, με ατομιθό αριθμό 33 και χημικό σύμβολο το As, με σταχτί χρώμα και μεταλλική λάμψη, το οποίο σχηματίζει τοξικές ενώσεις
  2. ονομασία διάφορων τοξικών ενώσεων του στοιχείου που χρησιμοποιούνται σαν δηλητήρια
  3. (ιδιωματικό) ονομασία τυριού της Νάξου (το κεφαλοτύρι)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή επιθέτουΕπεξεργασία

αρσενικό