Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ίντο < εσπεράντο ido (παιδί)
Η γλώσσα ido βγήκε από τη γλώσσα εσπεράντο, είναι κάτι σαν το παιδί της!

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ίντο θηλυκό

  • (γλώσσα) τεχνητή γλώσσα. Φτιάχτηκε για να διευκολύνει τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, όπως και οι περισσότερες τεχνητές γλώσσες. Είναι πολύ εύκολο να τη μάθει κανείς, ιδιαίτερα εάν ξέρει μια λατινογενή ή γερμανική γλώσσα.

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία