Δείτε επίσης: Κατηγορία:Κορσικανική γλώσσα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
Η Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:
  • κωδικός γλώσσας: co

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κορσικανικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κορσικανικός στον πληθυντικό < Κορσική

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
Οι διάλεκτοι της Κορσικανικής.

κορσικανικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

κορσικανικά