Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λατινογενής < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λατινογενής, -ής, -ές

  1. που προέρχεται από τα λατινικά
    οι λατινογενείς γλώσσες

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία