Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ουδέτερο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ουδέτερο ουδέτερα
γενική ουδετέρου
& ουδέτερου
ουδετέρων
& ουδέτερων
αιτιατική ουδέτερο ουδέτερα
κλητική ουδέτερο ουδέτερα

ουδέτερο ουδέτερο

  • ουσιαστικό ουδετέρου γένους, αυτό που δεν είναι ούτε αρσενικό ούτε θηλυκό
τα ουδέτερα σε -ος γράφονται με όμικρον

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή επιθέτουΕπεξεργασία

ουδέτερο