Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αρσενικός αρσενική
αρσενικιά
αρσενικό
γενική αρσενικού αρσενικής
αρσενικιάς
αρσενικού
αιτιατική αρσενικό αρσενική
αρσενικιά
αρσενικό
κλητική αρσενικέ αρσενική
αρσενικιά
αρσενικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αρσενικοί αρσενικές αρσενικά
γενική αρσενικών αρσενικών αρσενικών
αιτιατική αρσενικούς αρσενικές αρσενικά
κλητική αρσενικοί αρσενικές αρσενικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρσενικός < από το αρχαίο ελληνικό άρσην ή άρσεν, συγγενές προς το ζενδικό arshan = άνδρας

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αρσενικός, -ή/-ιά, -ό

  1. ο σχετικός με άνδρα
  2. ο σχετικός με άνθρωπο, ζώο ή φυτό που γονιμοποιεί
  3. ο σχετικός με εργαλείο ή εξάρτημα που εισολκεί σε έτερο
    "αρσενικός σύνδεσμος μάνικας"

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

  1. (αργκό): αυτός που δεν προδίδει κατά την ανάκριση (στη γλώσσα των κακοποιών)

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία