Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική λαϊκότροπος λαϊκότροπη λαϊκότροπο
γενική λαϊκότροπου λαϊκότροπης λαϊκότροπου
αιτιατική λαϊκότροπο λαϊκότροπη λαϊκότροπο
κλητική λαϊκότροπε λαϊκότροπη λαϊκότροπο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λαϊκότροποι λαϊκότροπες λαϊκότροπα
γενική λαϊκότροπων λαϊκότροπων λαϊκότροπων
αιτιατική λαϊκότροπους λαϊκότροπες λαϊκότροπα
κλητική λαϊκότροποι λαϊκότροπες λαϊκότροπα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λαϊκότροπος < λαϊκός + -ο- + τρόπος + -ος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λαϊκότροπος, -η, -ο

  1. που έχει συμπεριφορά ή εμφάνιση των («κατώτερων») στρωμάτων του λαού
  2. (γλωσσολογία) που χρησιμοποιείται σε ορισμένες περιοχές ή με ιδιωματικό τρόπο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία