Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαός λαοί
γενική λαού λαών
αιτιατική λαό λαούς
κλητική λαέ λαοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λαός < αρχαία ελληνική λαός[1] < *lāwós < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *leh₂wos < *leh₂- (στρατιωτική ενέργεια)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λαός αρσενικό

  1. ένα έθνος με την ξεχωριστή πολιτιστική του φυσιογνωμία και ταυτότητα
  2. το κυβερνώμενο τμήμα ενός κράτους, σε αντίθεση με τους άρχοντες, αλλά και το τμήμα αυτό από το οποίο, όταν υπάρχει δημοκρατία, απορρέουν όλες οι εξουσίες
  3. τα κατώτερα στρώματα μιας κοινωνίας, κατώτερα από οικονομική άποψη και από άποψη γοήτρου· στην περίπτωση αυτή ο λαός διακρίνεται από την αριστοκρατία, από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα
  4. ο λαγός (στη ναξιακή και ευρύτερη κυκλαδική διάλεκτο)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Λεξικό εννοιών Σωκράτη Γκίκα
  • (οποιοσδήποτε πλήθος ανθρώπων· αυτό που σήμερα λέμε λαό, στους αρχαίους δηλωνόταν με τη λέξη δήμος