Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κοινωνία οι κοινωνίες
      γενική της κοινωνίας των κοινωνιών
    αιτιατική την κοινωνία τις κοινωνίες
     κλητική κοινωνία κοινωνίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοινωνία < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική κοινωνία < κοινωνός & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική société.[1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοινωνία θηλυκό

  1. σύνολο ανθρώπων που ζουν οργανωμένα και σύμφωνα με συγκεκριμένους κανόνες
    στην αρχαιότητα υπήρχαν αρκετές μητριαρχικές κοινωνίες
  2. (λόγιο) η συμμετοχή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοινωνία < κοινων(ός) + -ία < κοινωνέω (αναδρομικός σχηματισμός)[1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοινωνία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

  ΠηγέςΕπεξεργασία