Διεθνείς όροιΕπεξεργασία

εικόνα html
  *
* decimal
* Unicode (U+002A)
ASTERISK
*

  ΣύμβολοΕπεξεργασία

* Ο (αστερίσκος) δηλώνει:

  1. (μαθηματικά) σύμβολο του πολλαπλασιασμού
     συνώνυμα:   × ,   ·
     αντώνυμα:   ÷
  2. (πληροφορική) το σύμβολο του πολλαπλασιασμού σε εκφράσεις
    sec_of_N_hours = 60*60*N_hours
  3. (πληροφορική) στην αντιπαραβολή προτύπων (pattern matching) χρησιμοποιείται ως σύμβολο υποκατάστασης (wildcard) για κανέναν, για έναν ή περισσότερους χαρακτήρα
    The pattern Man* matches any string that starts with Man. The pattern *Man matches any string that ends with Man.[1]
    δείτε τους όρους glob και multi-character wildcard
  4. (τυπογραφία) ανυψωμένο (superscipt) μέσα σε κείμενο δηλώνει παραπομπή
    δείτε αστερίσκος στη Βικιπαίδεια

(μπροστά από λέξη)

  1. (αστρονομία) άστρο
  2. (γενεαλογία) πριν από χρονολογία δηλώνει έτος γέννησης
     αντώνυμα:
  3. (γλωσσολογία, φωνολογία) τοποθετείται μπροστά από τύπο που μπορεί να είναι:
    1. υποθετικός επανασυντεθειμένος τύπος (όπως οι πρωτοϊνδοευρωπαϊκές ρίζες) παράδειγμα: *ph₂tḗr
    2. αμάρτυρος τύπος (που δεν έχει βρεθεί σε χρήση) παράδειγμα: *ρέβω
    3. αντιγραμματικός τύπος, δηλαδή μη αποδεκτός τύπος, επειδή αστοχεί φωνολογικά, μορφολογικά ή ορθογραφικά (όπως *μύνημα, *συχγρόνως, *άθρο)
    4. (δύο αστερίσκοι **) αντιγραμματικός τύπος υποθετικού ή αμάρτυρου τύπου

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • Asterisk στην αγγλική Βικιπαίδεια  

λέξεις με αστερίσκο:

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. (Αγγλικά) Introduction to the SQLite GLOB operator, πρόσβαση:2020-01-14