Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άστρο άστρα
γενική άστρου άστρων
αιτιατική άστρο άστρα
κλητική άστρο άστρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άστρο < αρχαία ελληνική ἄστρον


 
ένα ομοίωμα άστρου με πέντε ακτίνες (3)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

άστρο ουδέτερο

  1. (αστρονομία) φωτεινό ουράνιο σώμα
    • αυτό το ουράνιο σώμα, όπως είναι ορατό από τη γη
    • τα ουράνια σώματα ως κάτι που προαναγγέλλει το μέλλον
      έχει άστρο: είναι προορισμένος από τη μοίρα να πετύχει
  2. (μεταφορικά) (+ γενική προσώπουλάμψη, η επιτυχία ενός ανθρώπου στον καλλιτεχνικό κυρίως χώρο
    μετά από αυτές τις περιπέτειες το άστρο του διάσημου τραγουδιστή άρχισε να δύει
  3. ομοίωμα (ζωγραφισμένο ή χάρτινο ή από άλλο υλικό) φωτεινής πηγής στον ουρανό με πέντε (πεντάλφα) ή έξι ακτίνες (το "άστρο του Δαβίδ")
      συνώνυμα: αστεράκι

  Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

αστερας

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη: αστρο-

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία