Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άστρο άστρα
γενική άστρου άστρων
αιτιατική άστρο άστρα
κλητική άστρο άστρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άστρο < αρχαία ελληνική ἄστρον

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈa.stɾɔ/
 
ένα ομοίωμα άστρου με πέντε ακτίνες (3)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

άστρο ουδέτερο

  1. (αστρονομία) φωτεινό ουράνιο σώμα, όπως είναι ορατό από τη γη
    σύμβολο: *
  2. τα ουράνια σώματα ως κάτι που προαναγγέλλει το μέλλον
    έχει άστρο: είναι προορισμένος από τη μοίρα να πετύχει
  3. (μεταφορικά) (+ γενική προσώπου) η λάμψη, η επιτυχία ενός ανθρώπου στον καλλιτεχνικό κυρίως χώρο
    μετά από αυτές τις περιπέτειες το άστρο του διάσημου τραγουδιστή άρχισε να δύει
  4. ομοίωμα (ζωγραφισμένο ή χάρτινο ή από άλλο υλικό) φωτεινής πηγής στον ουρανό με πέντε (πεντάλφα) ή έξι ακτίνες
    το άστρο του Δαβίδ

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Θέμα αστρο-

Θέμα αστερ-

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία