Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική υποθετικός υποθετική υποθετικό
γενική υποθετικού υποθετικής υποθετικού
αιτιατική υποθετικό υποθετική υποθετικό
κλητική υποθετικέ υποθετική υποθετικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υποθετικοί υποθετικές υποθετικά
γενική υποθετικών υποθετικών υποθετικών
αιτιατική υποθετικούς υποθετικές υποθετικά
κλητική υποθετικοί υποθετικές υποθετικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποθετικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υποθετικός, -ή, -ό

  1. που διατυπώνεται σαν υπόθεση


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία