Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γενεαλογία οι γενεαλογίες
      γενική της γενεαλογίας των γενεαλογιών
    αιτιατική τη γενεαλογία τις γενεαλογίες
     κλητική γενεαλογία γενεαλογίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γενεαλογία < αρχαία ελληνική γενεαλογία (η αναζήτηση του γενεαλογικού δέντρου, η καταγωγή των γενών) < γενεά + λέγω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γενεαλογία θηλυκό

  • η σειρά των προγόνων στην καταγωγή ανθρώπου


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία