Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η οικογένεια οι οικογένειες
      γενική της οικογένειας
& οικογενείας
των οικογενειών
    αιτιατική την οικογένεια τις οικογένειες
     κλητική οικογένεια οικογένειες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οικογένεια < αρχαία ελληνική οἰκογένεια < οἰκογενής (δούλος)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.kɔˈʝɛ.ni.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οικογένεια θηλυκό

  1. σύνολο προσώπων, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με πολύ στενό συγγενικό δεσμό (πατέρας, μητέρα και παιδιά)
  2. (κατ' επέκταση) σύνολο προσώπων, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με συγγενικούς δεσμούς
    • στους γάμους μαζευόμαστε όλη η οικογένεια
  3. (μεταφορικά) σύνολο αντικειμένων κλπ. που έχουν πολύ στενή σχέση
  4. (συνεκδοχικά) (πληροφορική),(τυπογραφία) σύνολο γραμματοσειρών που έχουν κοινά χαρακτηριστικά (συνήθως οι διάφορες εκδοχές της γραμματοσειράς σε πλάγια, έντονα κλπ.)
  5. (βιολογία) υποδιαίρεση της συστηματικής κατάταξης ζώων και φυτών που βρίσκεται ανάμεσα στην τάξη και το γένος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • από οικογένεια: χρησιμοποιείται για να δείξει ευγενική καταγωγή (ή, ειρωνικά, για το ακριβώς αντίθετο)
  • δημιουργώ ή κάνω ή φτιάχνω οικογένεια: νυμφεύομαι (ή παντρεύομαι) συνήθως με σκοπό να κάνω και παιδιά
  • οικογένεια Χωραφά: (συνήθως ως αστεϊσμό για) οικογένεια με πολλά μέλη
  • συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία