Άνοιγμα κυρίως μενού

Βικιλεξικό β

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σχέση σχέσεις
γενική σχέσης
& σχέσεως
σχέσεων
αιτιατική σχέση σχέσεις
κλητική σχέση σχέσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σχέση < από τη ρίζα σχ του ρ. έχω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σχέση θηλυκό

  1. ο τρόπος με τον οποίο δύο στοιχεία συνδέονται μεταξύ τους
    Το δοκίμιο εξετάζει τη σχέση μεταξύ της οικονομικής ανάπτυξης και της πολιτισμικής άνθισης.
    Οι στατιστικές αποδεικνύουν τη σχέση τσιγάρου και καρκίνου του πνεύμονα.
  2. οι δεσμοί μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ανθρώπων ή κοινωνικών ομάδων
    Οι σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας περνούσαν κρίση.
    Οι δύο χώρες διέκοψαν τις διπλωματικές τους σχέσεις.
  3. ο ερωτικός δεσμός, το ειδύλλιο
    Η Μαρία αποφάσισε να διακόψει τη σχέση της με τον Γιάννη.
  4. η επαφή, η επικοινωνία
    Παρά την απόσταση, διατηρούμε τις σχέσεις μας.

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία