Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σχέση οι σχέσεις
      γενική της σχέσης
& σχέσεως
των σχέσεων
    αιτιατική τη σχέση τις σχέσεις
     κλητική σχέση σχέσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Σχεσιακές βάσεις δεδομένων (θεωρία): πίνακας ή σχέση (table ή relation) με στήλες (γνωρίσματα / attributes) και γραμμές (πλειάδες / tuples)
 
Ένα διάγραμμα οντοτήτων-συσχετίσεων με τρεις πίνακες και τις συσχετίσεις μεταξύ των γραμμών τους. Το group_id (εξωτερικό κλειδί) του Student περιέχει τιμές (συσχετίζεται) του id (πρωτεύον κλειδί) του Group. Αυτή η σχέση συνδέει τις γραμμές (rows) του Student με του Group, δηλαδή τα στοιχεία ενός Σπουδαστή με αυτά της Ομάδας.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σχέση < (λόγιο) αρχαία ελληνική σχέσις < ἔχω
για σύγχρονους όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική relation [1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σχέση θηλυκό

  1. ο τρόπος με τον οποίο δύο στοιχεία συνδέονται μεταξύ τους
    Το δοκίμιο εξετάζει τη σχέση μεταξύ της οικονομικής ανάπτυξης και της πολιτισμικής άνθισης.
    Οι στατιστικές αποδεικνύουν τη σχέση τσιγάρου και καρκίνου του πνεύμονα.
  2. οι δεσμοί μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ανθρώπων ή κοινωνικών ομάδων
    Οι σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας περνούσαν κρίση.
    Οι δύο χώρες διέκοψαν τις διπλωματικές τους σχέσεις.
  3. ο ερωτικός δεσμός, το ειδύλλιο
    Η Μαρία αποφάσισε να διακόψει τη σχέση της με τον Γιάννη.
    Ο Γιάννης είναι η σχέση μου
  4. η επαφή, η επικοινωνία
    Παρά την απόσταση, διατηρούμε τις σχέσεις μας.
  5. (βάσεις δεδομένων), (σχεσιακές βάσεις δεδομένων) μεδύο έννοιες:
    1. (επιστήμη υπολογιστών, βάσεις δεδομένων), (στο σχεσιακό μοντέλο) σύνολο ομοειδών πλειάδων (γραμμών), που διαφέρουν μεταξύ τους στα δεδομένα που περιέχουν[2]
      ※  Το βασικό δομικό στοιχείο του σχεσιακού μοντέλου είναι η σχέση (relation) ή πίνακας (table).[2]
      ※  Μιλώντας χωρίς αυστηρότητα, μπορούμε να πούμε ότι κάθε σχέση μοιάζει με έναν πίνακα ή, κατά κάποιο τρόπο, με ένα "επίπεδο" αρχείο εγγραφών.[3]
      συμβολισμός:  , όπου  , είναι τα γνωρίσματα της σχέσης
       συνώνυμα: οντότητα, (σχεσιακές βάσεις δεδομένων) πίνακας
    2. η συσχέτιση (αντιστοίχιση) μεταξύ των γραμμών (rows) διαφορετικών πινάκων (tables) με την χρήση πρωτευόντων (primary keys) και εξωτερικών κλειδιών (foreign keys)
       συνώνυμα: συσχέτιση (relationship)
      υπώνυμα : ένα-προς-ένα, ένα-προς-πολλά, πολλά-προς-ένα, πολλά-προς-πολλά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «σχέση» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. 2,0 2,1 Ευαγγελία Πιτουρά, «Το Σχεσιακό Μοντέλο και η Σχεσιακή Άλγεβρα», σελ. 43 και 60, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Προσπέλαση 2020-02-04
  3. Μ.Χατζόπουλος, 2009, Το Σχεσιακό Μοντέλο - Σχεσιακή Άλγεβρα, Σχεσιακός Λογισμός, σελ. 3. Προσπέλαση 2020-02-06