Αγγλικά (en) Επεξεργασία

 
Σχεσιακό μοντέλο: σχέση (relation) με στήλες (γνωρίσματα / attributes) και γραμμές (πλειάδες / tuples)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɹɪˈleɪʃən/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

relation (en)

  1. σχέση
  2. (επιστήμη υπολογιστών, βάσεις δεδομένων) η οντότητα, η σχέση στο σχεσιακό μοντέλο (relational model)
    συνώνυμο: entity
    υπώνυμο : table (σχεσιακές βάσεις δεδομένων), relation schema
    δείτε επίσης: relation (database) στην αγγλική Βικιπαίδεια
  3. (βάσεις δεδομένων), (σχεσιακές βάσεις δεδομένων) η σχέση, η συσχέτιση μεταξύ των γραμμών διαφορετικών πινάκων
     συνώνυμα: relationship

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • relation στην αγγλική Βικιπαίδεια  



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

relation 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

relation (fr) θηλυκό