Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νταραβέρι < ιταλική dare-avere, δούναι-λαβείν

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νταραβέρι ουδέτερο (και νταλαβέρι)

  1. εμπορική δοσοληψία, συναλλαγή
  2. (μεταφορικά) σχέση οικειότητας
  3. κίνηση, φασαρία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία