Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μεταφορά οι μεταφορές
      γενική της μεταφοράς των μεταφορών
    αιτιατική τη μεταφορά τις μεταφορές
     κλητική μεταφορά μεταφορές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεταφορά < αρχαία ελληνική μεταφορά < μεταφέρω < μετά + φέρω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /mɛ.ta.fɔ.ˈɾa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μεταφορά θηλυκό

  1. η μετακίνηση ενός πράγματος ή ανθρώπου (πχ εμπορευμάτων - επιβατών) από ένα μέρος σε ένα άλλο, συνήθως με κάποιο μεταφορικό μέσο
  2. η μετακίνηση σε άλλο σημείο
    ολοκληρώθηκε η μεταφορά των αρχείων από το σκληρό δίσκο στη δισκέτα
    η επιχείρηση θα παραμείνει κλειστή για δύο ημέρες λόγω μεταφοράς των γραφείων της σε άλλο κτήριο
  3. η μεταγραφή, διασκευή ή απόδοση ενός δημιουργικού έργου σε άλλη μορφή από την αρχική του
    η επιτυχημένη κινηματογραφική μεταφορά του γνωστού μυθιστορήματος
  4. (φιλολογία, ρητορική) σχήμα λόγου κατά το οποίο οι ιδιότητες ενός στοιχείου αποδίδονται (μεταφέρονται) σε ένα άλλο, το οποίο έχει διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά από το πρώτο
    στη φράση «ο αντίπαλος έγινε λαγός» γίνεται χρήση μεταφοράς: μία ζωική ιδιότητα (η ταχύτητα του λαγού) αποδίδεται σε άνθρωπο (τον αντίπαλο)
    αντώνυμα: κυριολεξία
  5. (για κείμενο) απόδοση σε άλλη γλώσσα
  6. (γλωσσολογία) άμεσο γλωσσικό δάνειο που έχει ενταχθεί στην αποδέκτρια γλώσσα προσαρμοσμένο γραμματικά[1]
    ο «χίππης» είναι μεταφορά στα ελληνικά του αγγλικού hippie· κλίνεται, έχει πληθυντικό «οι χίππηδες»

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Γλωσσάριο όρων - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.