Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μετακίνηση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μετακίνηση θηλυκό

  • η αλλαγή από μία θέση σε άλλη
    η μετακίνηση των ψηφοφόρων προς άλλα κόμματα...
  • η μετάβαση από έναν τόπο σε άλλον
    μετ' εμποδίων οι μετακινήσεις με τον Ηλεκτρικό...

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία