Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σχήμα τα σχήματα
      γενική του σχήματος των σχημάτων
    αιτιατική το σχήμα τα σχήματα
     κλητική σχήμα σχήματα
Παράρτημα
 
(βάσεις δεδομένων) Το σχήμα μιάς σχέσης (relation) R(A1...An), όπου R, το όνομα τής σχέσης και A1...An, τα γνωρίσματά της (attributes)

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σχήμα < αρχαία ελληνική σχῆμα < ἔχω (σε κάποιες σημασίες (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική forme ή (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Format)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsçi.ma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σχήμα ουδέτερο

  1. η μορφή ενός πράγματος ή σώματος, το εξωτερικό του περίγραμμα
  2. (γεωμετρία) η μορφή, η περίμετρος ενός σχεδιάσματος ή η εξωτερική επιφάνεια στερεού σώματος
  3. σχέδιο
  4. (τυπογραφία) οι στάνταρντ διαστάσεις ενός εντύπου, το πρότυπο
  5. (μεταφορικά) συνεργασία ή συνδυασμός δύο ή περισσότερων ατόμων για κάποιο σκοπό
    μουσικό σχήμα
  6. (βάσεις δεδομένων) (στο σχεσιακό μοντέλο) έχει δύο έννοιες:
    1. βλ. σχήμα σχέσης
    2. η περιγραφή του συνόλου των σχέσεων / οντοτήτων ενός σχεσιακού μοντέλου ή μιάς σχεσιακής βάσης δεδομένων (βλ. και διάγραμμα οντοτήτων-συσχετίσεων)
      το σχήμα μιας σχεσιακής βάσης δεδομένων είναι μια συλλογή από σχήματα σχέσεων[1]

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Ευαγγελία Πιτουρά, «Το Σχεσιακό Μοντέλο και η Σχεσιακή Άλγεβρα», σελ. 43-44, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Προσπέλαση 2020-02-04