Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σχήμα σχήματα
γενική σχήματος σχημάτων
αιτιατική σχήμα σχήματα
κλητική σχήμα σχήματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σχήμα < αρχαία ελληνική σχῆμα < ἔχω (σε κάποιες σημασίες (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική forme ή (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Format)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsçi.ma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σχήμα ουδέτερο

  1. η μορφή ενός πράγμα ή σώματος, το εξωτερικό του περίγραμμα
  2. (γεωμετρία) η μορφή, η περίμετρος ενός σχεδιάσματος ή η εξωτερική επιφάνεια στερεού σώματος
  3. σχέδιο
  4. (τυπογραφία) οι στάνταρντ διαστάσεις ενός εντύπου, το πρότυπο
  5. (μεταφορικά) συνεργασία ή συνδυασμός δύο ή περισσότερων ατόμων για κάποιο σκοπό
    μουσικό σχήμα

  Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία