Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σχηματισμός οι σχηματισμοί
      γενική του σχηματισμού των σχηματισμών
    αιτιατική τον σχηματισμό τους σχηματισμούς
     κλητική σχηματισμέ σχηματισμοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σχηματισμός < → λείπει η ετυμολογία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sçi.ma.tiˈzmos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σχη‐μα‐τι‐σμός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σχηματισμός αρσενικό

  1. η δημιουργία σχήματος, αντικειμένου, κτλ.
  2. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τη λέξη σχήμα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία