Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διάταξη διατάξεις
γενική διάταξης
& διατάξεως
διατάξεων
αιτιατική διάταξη διατάξεις
κλητική διάταξη διατάξεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διάταξη < αρχαία ελληνική διάταξις < διατάσσω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διάταξη θηλυκό

  1. σύνολο αντικειμένων που έχουν συγκεκριμένη σχέση θέσης μεταξύ τους, η κατάλληλη τοποθέτηση των αντικειμένων
    Συνώνυμα: ταχτοποίηση, τακτοποίηση
  2. η κατάλληλη παράταξη στρατού για ένα συγκεκριμένο σκοπό
    Συνώνυμα: σχηματισμός
  3. ειδικό τμήμα νόμου ή κανονισμού αναφερόμενο σε συγκεκριμένο θέμα
  4. η διαταγή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία