Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διάταξη οι διατάξεις
      γενική της διάταξης
& διατάξεως
των διατάξεων
    αιτιατική τη διάταξη τις διατάξεις
     κλητική διάταξη διατάξεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διάταξη < αρχαία ελληνική διάταξις < διατάσσω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διάταξη θηλυκό

  1. σύνολο αντικειμένων που έχουν συγκεκριμένη σχέση θέσης μεταξύ τους, η κατάλληλη τοποθέτηση των αντικειμένων
    Συνώνυμα: ταχτοποίηση, τακτοποίηση
  2. η κατάλληλη παράταξη στρατού για ένα συγκεκριμένο σκοπό
    Συνώνυμα: σχηματισμός
  3. ειδικό τμήμα νόμου ή κανονισμού αναφερόμενο σε συγκεκριμένο θέμα
  4. η διαταγή
  5. (τεχνολογία) device: μία ή περισσότερες συσκευές κατάλληλα συνεργαζόμενες· ως σύνολο θεωρούνται ως μία ενιαία συσκευή[1], ως μονάδα (unit)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. από αναζήτηση «διάταξη» στη Βάση Τηλεπικοινωνιακών Όρων TELETERM από τη Μόνιμη Ομάδα Τηλεπικοινωνιακής Ορολογίας (ΜΟΤΟ), τον ΟΤΕ, τον ΕΛΟΤ και την ΕΛΕΤΟ.