Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μονάδα οι μονάδες
      γενική της μονάδας των μονάδων
    αιτιατική τη μονάδα τις μονάδες
     κλητική μονάδα μονάδες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μονάδα < αρχαία ελληνική μονάς, ενότητα, στην αιτιατική (μονάδα)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /mɔ.ˈna.ða/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μονάδα θηλυκό

  1. (μαθηματικά 1ης δημοτικου) ο μικρότερος ακέραιος αριθμός που επαναλαμβανόμενος σχηματίζει όλους τους άλλους ακέραιους αριθμούς
    το σύμβολο της μονάδας είναι το 1
  2. μονάδα μέτρησης• κάθε σταθερό μέγεθος ή ποσότητα που έχει καθοριστεί συμβατικά για τη μέτρηση αντίστοιχων μεγεθών ή ποσοτήτων
    μονάδα μήκους / βάρους / χωρητικότητας / χρόνου
  3. κάθε στοιχείο ενός συνόλου, το οποίο έχει τη δυνατότητα να λειτουργεί ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα
    το χωριό και η πόλη είναι οι κυριότερες οικιστικές μονάδες
  4. ομάδα οντοτήτων (πρόσωπα, πράγματα υλικά ή άυλα) που όλα μαζί αποτελούν αυτόνομη και ενιαία οντότητα
    1. ένας τομέας δραστηριότητας
      μονάδα παραγωγής / διακίνησης / εμπορίας αγαθών
    2. τμήμα στρατού με αυτόνομη διοίκηση
      υπηρετεί σε μονάδα πεζικού
    3. ο χώρος στον οποίο έχει εγκατασταθεί μια στρατιωτική μονάδα
      τιμωρήθηκε με φυλάκιση, γιατί έλειψε αδικαιολόγητα από τη μονάδα του
    4. (τεχνολογία) η συσκευή, η διάταξη (συσκευών) σαν ολότητα[1]
    5. (πληροφορική) συσκευή που αποτελείται από διαφορετικά τμήματα υλικού (hardware) και λογισμικού και εκτελεί μια αυτόνομη λειτουργία
      ηλεκτρονικός υπολογιστής σαν ολότητα, οι μονάδες εισόδου και εξόδου δεδομένων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. από αναζήτηση «μονάδα» στη Βάση Τηλεπικοινωνιακών Όρων TELETERM από τη Μόνιμη Ομάδα Τηλεπικοινωνιακής Ορολογίας (ΜΟΤΟ), τον ΟΤΕ, τον ΕΛΟΤ και την ΕΛΕΤΟ.