Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λογισμικό τα λογισμικά
      γενική του λογισμικού των λογισμικών
    αιτιατική το λογισμικό τα λογισμικά
     κλητική λογισμικό λογισμικά
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λογισμικό < λογισμός < λόγος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λογισμικό ουδέτερο

  1. (πληροφορική) πρόγραμμα ή μέρος προγράμματος υπολογιστή και η σχετική τεκμηρίωση
    • ένα υπολογιστικό σύστημα αποτελείται από το υλικό (hardware) και το λογισμικό
    • η διεύθυνση χρειάζεται νέο λογισμικό για την παρακολούθηση των εργασιών
  2. (πληροφορική) το σύνολο των προγραμμάτων ενός υπολογιστή, συστήματος, εταιρίας ή οργανισμού γενικά
    • το τμήμα μας είναι υπεύθυνο για την υποστήριξη του λογισμικού των κεντρικών συστημάτων
  3. (συνεκδοχικά) προγράμματα υπολογιστών γενικά
    • ασχολείται με τη συγγραφή λογισμικού

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία