Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εφαρμογή εφαρμογές
γενική εφαρμογής εφαρμογών
αιτιατική εφαρμογή εφαρμογές
κλητική εφαρμογή εφαρμογές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εφαρμογή < εφ- (επί) + αρμογή < αρμόζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛ.faɾ.mɔ.ˈʝi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εφαρμογή θηλυκό

  1. η ενέργεια κατά την οποία τοποθετούμε ή απλώνουμε κάτι σε μία επιφάνεια, το άπλωμα, ο απλωμός
    η εφαρμογή μιας αλοιφής ή μιας βεντούζας
  2. η κατάσταση κατά την οποία δύο διαφορετικά σώματα ή τμήματα ενός σώματος εφαρμόζουν το ένα με το άλλο, συνταιριάζουν ή ακουμπούν το ένα με το άλλο κατά τρόπο λειτουργικό
    υπάρχει ένα πρόβλημα στην εφαρμογή της πόρτας με την κάσα.
    αυτό το ρούχο τής πάει γάντι. Τέλεια εφαρμογή με το σώμα της!
  3. η υλοποίηση
    η εφαρμογή μιας θεωρίας στην πράξη αναδεικνύει και τις όποιες αδυναμίες της.
  4. η αξιοποίηση μιας γενικής αρχής, μιας επιστημονικής θεωρίας - ανακάλυψης ή μιας δυνατότητας
    μια εφαρμογή του ηλεκτρομαγνητισμού συναντάμε στα σύγχρονα τρένα
  5. (πληροφορική) πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή για συγκεκριμένη εργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία