Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακουμπώ < μεσαιωνική ελληνική ἀκουμπῶ < ἀκουμβίζω / ἀκουμπίζω < ελληνιστική κοινή ἀκουμβίζω < λατινική accumbo [1] (= κατακλίνομαι) < accubo < ad + cubo < πρωτοϊταλική *kubāō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱewb-

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.kum.'bɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

ακουμπώ

  1. (μεταβατικό) αγγίζω κάτι ή κάποιον με το σώμα μου
    λέει ότι τον έσπρωξα, αλλά εγώ ίσα που τον ακούμπησα
  2. (μεταβατικό) τοποθετώ κάτι σε μια σταθερή θέση
  3. (αμετάβατο) στηρίζομαι σε μια σταθερή επιφάνεια, γέρνω
    ζαλίστηκε και ακούμπησε στον τοίχο μέχρι να συνέλθει

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία